Στο συμπέρασμά μας έρχεται να συνδράμει επικουρικά και η δημοτική μας παράδοση με το πλήθος των τραγουδιών του λαού, άλλα από τα οποία υμνούν την ομορφιά γυναικών και αντρών, θεωρώντας την πηγή χαράς( π. χ μια όμορφη κόρη είναι πολύ πιθανό να εξασφαλίσει έναν «καλό» γάμο σε μια εποχή που αυτός είναι η βασική της επιδίωξη, ο σκοπός της ζωής της) ενώ άλλα τονίζουν τις επιπτώσεις της ομορφιάς.
 

Μάνα μ’ τη θυγατέρα σου, μάνα μ’, τη μοναχιά σου,

την έλουσες, τη χτένισες, στο σύννεφο την κρύβεις

και σπάραξε το σύννεφο και λάμπει η κόρη μέσα.

Λάμπει κόρη ξανθή, λάμπει μαλαματένια.

Την είδε ο Θεός, την είδε η γης, την είδε ο κόσμος όλος,

Την είδε κι ο πραματευτής κι έπεσε να πεθάνει.

Σώπα, σώπα, πραματευτή, γαμπρό για να σε κάνω,

............................................



Ήλιος γεννέθηκε το πρωί και αυτή το μεσημέρι.

                         

 

................................................ 


Ασπρούδα κι ασπρουδίτσα μου, χρυσή μου κοπελίτσα,

όταν σ ’έκανε η μάνα σου και σ’ εκοιλοπονούσε,

εγώ στη θύρα στέκομαν, το Θιό παρακαλούσα:

«Θεέ μ ’να γίνει ρόδινη, Θεέ μ’, να γίνει ξάσπρη,

ξάσπρη σαν το τριαντάφυλλο, κόκκινη σαν το μήλο»


 

 ...................................................


Φραγκίτσα  δω, Φραγκίτσα κει, Φραγκίτσα πάει στη βρύση,

με το γιορντάνι στο λαιμό, με την ψιλή τη μέση,

την είδε ο ήλιος έλαμψε και το φεγγάρι χάθη,

την είδε κι ο αυγερινός κι έπεσε να πεθάνει.

«Για σήκω, σήκω αυγερινέ, γαμπρό για να σε κάνω,

γαμπρός στη θυγατέρα μου, γαμπρός στη μαναχιάρα».

 

 

 

  ............................................



Σαν κίνησε ο νιούτσικος να πάει ν’ αρραβωνίσει,

ούτε το ρούχο τ’ έβαλεν, ούτε ζωνάρι εζώστη,

Κι η μάνα του του φώναζε, κι η μάνα του του λέγει:

Γύρισε, πάρ’ το ρούχο σου, ζώσου και το ζωνάρι


.....................................................


Εκεί που πάω, μάνα μου, εγώ ν’ αρραβωνίσω

Ούτε για ρούχο με ρωτάν, ούτε και για ζωνάρι.

Εκεί τηράν τα νιάτα μου, τηράν την ομορφιά μου,



.....................................................


 

 

Κυρ’ αργυρή, κυρά χρυσή, κυρά μαλαματένια,

κυρά μ’, όντας στολίζεσαι και βάνεις το  φκιασίδι,

βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθι,

βάνεις και τον αυγερινό καθάριο δαχτυλίδι.

Στο δαχτυλίδι σου πατώ, στην τρίχα σου πατάω,

και στο δευτεροκούτελο να διπλωθώ να κάτσω.
 
 
............................................


Κυρά, ν-όταν ηθέλησες για να λουστείς ν’ αλλάξεις,

η πάπια σου  ΄φερνε νερό κι η φάσσα το σαπούνι.

Τον ήλιο βάνεις πρόσωπο και το φεγγάρι κύκλο

και τον καθάριο αυγερινόν τον βάζεις σημαντήρι.

Σημαίνεις στην Ανατολή κι ακούεσαι στη δύση

κι απ’ τα νησιά μες στη στεριά κι απ’ τη στεριά στην Πόλη.

Εβγαίνεις απ’το σπίτι σου, ο ήλιος ανατέλλει,

διαβαίνεις, πας στην εκκλησιά, μοσκοβολάει ο τόπος.
 
 
.............................................

Όμορφος πού ΄σαι μάτια μου, σαν τ’ όμορφο μαντίλι,

σαν το πουλί που κελαηδεί το Μάη με τον Απρίλη.
……………………
Όντο  σ’ γέννα η μάνα σου, εκούμπησε στη βρύση

κι ήκαμεν γιον εγλεντιστή κι όμορφο κυπαρίσσι.
……………………
Θαμάζομ’ όντεν περπατείς, πώς δεν αθούν οι ρούγες


και πώς δε γίνεσαι αετός με τσι χρυσές φτερούγες.

 

 

       Στο  παρακάτω δημοτικό τραγούδι η ομορφιά της γυναίκας, που έχει γεννήσει τη ζήλια του συζύγου της, την κάνει να υποφέρει, επειδή η ίδια αισθάνεται ηθικά διλήμματα, διότι ακόμα και οι πιο απλές καθημερινές πράξεις όπως το να προσφέρει νερό σε ένα περαστικό ή να πλύνει το μαντήλι του θεωρούνται κατακριτέες, αλλά αποτελεί και μόνιμη πηγή δυστυχίας για το σύζυγό της.
     Κάποτε λοιπόν μια παρέα αποτελούμενη από το Μενούσαγα, τον Μπιρμπίλη και το Ρισιούλη, είχε βρεθεί σε ένα κρασοπουλιό. Πάνω στο φαγητό και το ποτό άρχισαν να συζητάνε για τις γυναίκες και κάποιος από την παρέα εκθείασε την ομορφιά της γυναίκας του Μενούσαγα. Όμως αυτή η αναφορά στη γυναίκα του, δεν του άρεσε καθόλου και ορμώμενος από την υπέρμετρη ζήλια του θέλησε να επιβεβαιωθεί πότε και που τη συνάντησε. Όταν  πείστηκε ότι πράγματι την είχε συναντήσει στη βρύση, ο Μενούσαγας γυρνώντας μεθυσμένος στο σπίτι του τη σκότωσε. Όμως την άλλη ημέρα, όταν συνήλθε και συνειδητοποίησε τι είχε κάνει, το μετάνιωσε, αλλά ήταν πλέον αργά.  
     
                                                               Ο Μπιρμπίλης, ο  Ρισιούλης κι ο Μενούσαγας
 
                       σε κρασοπουλειό πηγαίνουν για να φαν να πιούν.

                         Κεί πού τρώγαν, κεί που πίναν, κεί πού γλένταγαν,

            κάτι πέσαν σε κουβέντα για  τις έμορφες,

                   για  τις άσπρες, για τις ρούσες, για  τις γαλανές.
 
            ―Όμορφη γυναίκα πόχεις, βρε Μενούσαγα.

                  ―Που την είδες, που την ξέρεις και τη μολογάς;
   
         ―Ψες την είδα στο πηγάδι πόπαιρνε νερό

    και  τις γύρεψα λιγάκι και δε μόδωκε,
           
                  και τις ρίξα το μαντίλι και μου το ‘πλυνε.      10
  ―
                  Σαν την είδες, σαν την ξέρεις, πές μας τι φορεί.

             ―Πράσινο φουστάνι φοράει, παρδαλή ποδιά.
 
             
              Κι ο Μενούσης μεθυσμένος πάει την έσφαξε∙
     
      το πρωί ξεμεθυσμένος και την έκλαιγε.
 
                     
                                ―Σούκω πάπια, σούκω χήνα, σούκω νεραντζιά∙             15
        
                 σούκω ντύσου κι αμαρτώσου κι έβγα στο χορό,


           να σε δουν τα παλικάρια να μαραίνονται,

   να σε δω κι εγώ καημένος να σε χαίρομαι.
(εκλογή Ακαδημίας, σ. 374, Μ. Λιουδάκη- Ήπειρος )

     

       Στο  επόμενο τραγούδι πάλι, η γυναίκα λόγω της ομορφιάς της γίνεται αντικείμενο κακόβουλων σχολίων, χωρίς να έχει δώσει ενδεχομένως κάποιο δικαίωμα, που σε συνδυασμό με τη ζήλια και τις αμφιβολίες του συζύγου της για την πίστη της την οδηγούν στο θάνατο. Αλλά και ο σύζυγος υποφέρει, γιατί η ιδέα του να παινέψει την ομορφιά της, τον οδήγησε σε αυτή την τραγική λύση.
     Μια φορά λοιπόν τέσσερις άνδρες διασκεδάζουν και αρχίζουν να παινεύονται, άλλος για τη φορεσιά του, άλλος για την περιουσία του και ο Βλαχογιός για την όμορφη γυναίκα του. Τότε κάποιος από την παρέα θέλοντας να τον πειράξει αμφισβήτησε το ήθος της γυναίκας του. Όταν το άκουσε αυτό ο Βλαχογιός,  πολύ του κακοφάνηκε και περνώντας πόλεις και χωριά φτάνει στο σπίτι του, όπου σκοτώνει τη γυναίκα του.

 

Τρεις άρχουντοι κι Βλαχουγιός αντάμα τρων κι πίνουν.

Ένας πινιέτι στ’ άσπρα του, γι-άλλους στη φουρισιά του,

Πινέθηκι κι Βλαχουγιός πώς έχ’ καλή γυναίκα.

 

―Αλήθεια, Βλαχουγιέ, καλή γυναίκα έχεις

καλή γυναίκα και άξια πουλυουξακουσμένη.

Ικείν’ δανείζει του φιλί στα μουρφουπαλικάρια,

στα μούρφα και στα λέυτιρα κι στ’ αρραβουνιασμένα !

 

Σαν τ’ άκουσιν  η Βλαχουγιός, πουλύ του βαρυφάγκι.

Νύχτα σιλώνει τ’ άλογου, νύχτα του καλιγώνει,

Βαζ’ ασημένια πέταλα, καρφγιά μαλαματένια

Κι τα καλιγουσφίρια του αγνό μαργαριτάρι.

Στις Σέρρις ιπρογέυουνταν, στη Λάρσα γιουματίζει,

στα έρρημα τα Γιάννινα βουλέτι να δειπνήσει.

Βρίσκει τη βλάχα πόπλυνι κι βαρυσκαματίζει.

 

―Βγάλι, Βλάχα μ’ του γκαμουχά να μην ντουν ιματώσεις.

― Νια δε λυπάσαι νιο κορμί κι νιάτα χαϊδιμένα,

μόνου λυπάσι καμουχάν που ‘νι πανί βαμμένου!

( Βας. Κυπαρίσσης, Τραγούδια της Χαλκιδικής, Θεσσαλονίκη 1940)

 

     Την παρακάτω πασίγνωστη παραλογή «Του γιοφυριού της Άρτας» την αναφέρουμε, γιατί θεωρούμε πως δεν είναι τυχαία η αναφορά που γίνεται στην όμορφη γυναίκα του Πρωτομάστορα. Δε θυσιάζεται για να στεριώσει το γεφύρι η γυναίκα του Πρωτομάστορα, αλλά η όμορφη γυναίκα του. Επομένως με το χαμό μιας όμορφης, πιστεύουμε πως επιδιώκεται η δημιουργία πιο έντονου τραγικού στοιχείου, αν και η ζωή όλων είναι εξίσου πολύτιμη. Και προς ενίσχυση της θέσης μας μπορούμε να επικαλεστούμε  τη στάση μέρους του ηλεκτρονικού και γραπτού τύπου, ο οποίος σε περιπτώσεις θανάτων, εξαφανίσεων, δολοφονιών- κυρίως γυναικών- δεν παραμένει στο γεγονός αυτό καθαυτό αλλά τονίζει ή υπερτονίζει την ομορφιά των θυμάτων. Για παράδειγμα: Η δολοφονημένη καλλονή, η πανέμορφη εξαφανισμένη κ. λ. π.

 

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες

γιοφύριν εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.

Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.

Μοιρολογούν οι μάστοροι και κλαιν’ οι μαθητάδες:

«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στίς δούλεψές μας,

ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται».

Πουλάκι εδιάβη κι έκατσεν αντίκρυ στο ποτάμι

δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σα χελιδόνι,

παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:

«Ά’ δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει.

Και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,

παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,

πόρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα».

 

Τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.

Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι.

Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,

αργά να πάει και να διαβεί της ’Άρτας το γιοφύρι.

Και το πουλί παράκουσε, κι αλλιώς επήγε κι είπε:

«Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,

γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι».

 

Να τηνε κι εξανάφανεν από την άσπρη στράτα.

Την είδ’ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.

Από μακριά τούς χαιρετά κι από κοντά τούς λέει:

«Γεια σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,

μα τι έχει ο πρωτομάστορας κι είναι βαργωμισμένος;»

-Το δαχτυλίδι τόπεσε στην πρώτη την καμάρα,

και ποιος να μπει και ποιος να βγει το δαχτυλίδι να ΄βρει;

-Μάστορα, μην πικραίνεσαι, κι εγώ να πα’ σ’ το φέρω,

εγώ να μπω κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι να ’βρω».

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε:

«Τράβα, καλέ μ’, τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα,

’τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα».

‘Ένας πιχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,

παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο

 

  «Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!

Τρεις αδερφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες.

Η μια ’χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη,

κι εγώ η πλιό στερνότερη της ’Άρτας το γιοφύρι.

‘Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,

κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες»

«Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,

πο’ ’χεις μονάκριβο αδερφό, μη λάχει και περάσει».

……………………………………………………