Η συνεχής αναφορά του τραγικού ποιητή Ευριπίδη στο «Φαίνεσθαι»και το «Είναι» στην τραγωδία του «Ελένη», η καταλυτική ομορφιά της ηρωίδας, τα «καλλιστεία» των θεαινών, Ήρας, Αφροδίτης, Αθηνάς, η δολοπλοκία της θεάς του Έρωτα στην προσπάθειά της να πάρει το πρώτο βραβείο ομορφιάς αλλά και η προτεινόμενη διαθεματική δραστηριότητα του σχολικού εγχειριδίου  αποτέλεσαν το έναυσμα για την εκπόνηση με τους μαθητές του Γ 3 της παρακάτω εργασίας. Το φωτοστέφανο της ομορφιάς της ηρωίδας αλλά και οι συμφορές που αυτό έφερε στην ίδια αλλά και σε άλλους, είτε αυτά ήταν στενά συγγενικά της πρόσωπα είτε ευρύτερα Έλληνες και Τρώες ήταν μια πρόκληση για τους μαθητές του τμήματος. Πρόκληση επίσης υπήρξε και η συμπεριφορά της νικήτριας Αφροδίτης και της ηττημένης Ήρας στον αγώνα ομορφιάς. Συναποφασίσαμε λοιπόν, ξεκινώντας από την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, να αναζητήσουμε πληροφορίες σχετικά με το πώς αντιμετώπιζαν την ομορφιά οι άνθρωποι εκείνης της μακρινής εποχής, και στη συνέχεια κάνοντας ένα χρονικό άλμα να έρθουμε στο σήμερα, καταγράφοντας και τις προσωπικές μας απόψεις αλλά κυρίως τα συμπεράσματά μας μέσα από τη σύνταξη ενός ερωτηματολογίου, στην προσπάθειά μας να απαντήσουμε  στο ερώτημα: η ομορφιά τελικά τι προσφέρει στο άτομο που  έχει προικιστεί με αυτή ή που επιδιώκει, έστω τεχνητά, να την αποκτήσει;
( Παλιαρούτης Κωνσταντίνος)
      Μέσα από ένα πλήθος πηγών της ελληνικής αρχαιότητας διαπιστώνουμε ότι η ελκυστική εξωτερική εμφάνιση αποτελούσε επιδιωκόμενο στόχο. Η ένδυση και η περιποίηση του σώματος απασχολεί λιγότερο ή περισσότερο όλους, άνδρες και γυναίκες είτε είναι θνητοί είτε θεοί. Και ήδη στον Όμηρο βρίσκουμε μια  περιγραφή του καλλωπισμού της Ήρας.

«Το ποθητό κορμί με αθάνατο νερό ξεπλένει πρώτα,

να φύγει η λέρα, διπλομάλαμα μετά με λάδι αλείφτη,

ευωδιαστό, θεϊκό, πανέμνοστο. Να το κουνούσες μόνο

στου Δία μπροστά το χαλκοκάτωφλο, το αρχοντικό παλάτι,

γη και ουρανό με μιας θα γέμιζε με τη μοσκοβολιά του.

Μ΄ αυτό  το πάγκαλό της άλειψε κορμί, μετά εχτενίστη,

κι έπειτα πλέκει με τα χέρια της αστραφτερές πλεξούδες,

…………………………………………………………..

Και σκουλαρίκια πέρασε έπειτα στα τρυπημένα αφτιά της

Τρίπετρα, μόρικα, που η χάρη τους στραφτάλιαζε περίσσια.

……………………………………………………………

Φοράει κεφαλοπάνι η αρχόντισσα θεά από πάνω ακόμα

………………………………………………………..

Και με σανδάλια πόδεσε όμορφα τα αστραφτερά της πόδια». 

( Ιλιάδα, XVI, 170-180, μετ. Ν. Καζαντζάκη-Ι. Κακριδή)

         Στους επόμενους αιώνες η πληθώρα κάθε είδους πηγών, είτε πρωτογενών είτε δευτερογενών, μας δίνει τη δυνατότητα να αντλήσουμε πολύτιμες πληροφορίες. Το κάλλος αποθεώνεται. 
   Πολύχρωμα ενδύματα  για τους νέους άνδρες και τις γυναίκες, λευκού ή καφέ χρώματος για τους ώριμους άνδρες και επιπλέον, πλήθος κοσμημάτων -για τις γυναίκες κυρίως- όπως τα κολιέ, τα βραχιόλια, τα σκουλαρίκια και τα δαχτυλίδια γύρω από τις γάμπες καθώς επίσης και η χρήση της βεντάλιας( ριπίς)  αλλά και της ομπρέλας συντελούν στην επιβλητική εξωτερική εμφάνιση.
Αλλά δεν περιορίζονταν μόνο σε αυτά. Η περιποίηση του σώματος ήταν αντικείμενο ιδιαίτερης φροντίδας. Μαρτυρείται η ύπαρξη δημόσιων και ιδιωτικών λουτρών, η χρήση ανθρακικού άλατος ή και ποτάσας που την έφτιαχναν με στάχτη από ξύλα αντί για σαπούνι. Επιπλέον έδιναν μεγάλη σημασία στην κόμμωση, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες. Τα μαλλιά των ανδρών( κάποιοι τα έβαφαν!)  ήταν τακτοποιημένα όπως και το μουστάκι και τα γένια τους, που ανάλογα με την εποχή άλλοτε ήταν μακριά άλλοτε κοντά και άλλοτε  εντελώς ξυρισμένα( στα χρόνια μετά το Μ. Αλέξανδρο). Τα κουρεία της εποχής, έκαναν χρυσές δουλειές, αφού τα γένια τους τα έκοβαν συχνά σαν κολιέ, αλλά στην εποχή του Περικλή τα άφηναν και πάνω στα μάγουλα, και στο πηγούνι τα έκοβαν σε σχήμα οβάλ ή μυτερά. Ο κουρέας επίσης περιποιείται τα νύχια των ποδιών και των χεριών. Τα χτενίσματα των γυναικών ήταν περίπλοκα, όπως για παράδειγμα τα μαλλιά χτενισμένα σε μπούκλες που τα έφερναν στο επάνω και πίσω μέρος του κεφαλιού. Το βαμμένο ξανθό μαλλί το εκτιμούσαν πάρα πολύ αλλά χρησιμοποιούσαν και πρόσθετα μαλλιά καθώς επίσης και περούκες. Φρόντιζαν ακόμη να εξαφανίζουν τις περιττές τρίχες είτε με ειδικές αλοιφές είτε καίγοντάς τις είτε με τη χρήση του ξυραφιού.  Επιπλέον χρησιμοποιούσαν αρώματα και ψιμύθια( φτιασίδια).
     Βέβαια πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν ήταν κοινή η στάση όλων  απέναντι στη χρήση τέτοιων τρόπων βελτίωσης της εξωτερικής εμφάνισης. Υπήρχαν και διαφορετικές απόψεις. Για παράδειγμα ένας Αθηναίος, ο Ισχόμαχος, στον Οικονομικό, 10, του Ξενοφώντα λέει για τη γυναίκα του: «Την είδα μια μέρα πασαλειμμένη με φτιασίδια, για να φαίνεται πιο άσπρη απ’ ότι ήταν και καταβαμμένη για να φαίνεται πιο κόκκινη. Επίσης φορούσε και ψηλά παπούτσια, για να φαίνεται πιο ψηλή» πράγμα που δεν του άρεσε, ενώ  στο Γοργία 565 β  του Πλάτωνα διαβάζουμε: « Αντί της γυμναστικής( η οποία πάντα φροντίζει το σώμα προς το καλύτερο) υπεισέρχεται η τέχνη του καλλωπισμού που είναι και βλαβερή και απατηλή αλλά και που αρμόζει σε ταπεινούς και ανελεύθερους και απατώντας μας με χρώματα και φτιασίδια και ωραία ρούχα, ώστε να αξιώνουμε για τον εαυτό μας ξένη, πρόσθετη ομορφιά, μας κάνει να αμελούμε αυτό που μας ταιριάζει μέσα από τη γυμναστική». Είναι επίσης χαρακτηριστική η περίπτωση που μας παραδίνει ο Αιλιανός στην Ποικίλη Ιστορία, 89, για κάποιον γέροντα από την Κω που είχε βάψει μαύρα τα λευκά μαλλιά του, για να αρέσει,  και , όταν βρέθηκε ενώπιον των Λακεδαιμονίων και του βασιλιά Αρχίδαμου στη Σπάρτη, όταν τελείωσε ό,τι είχε να πει, ο Αρχίδαμος πήρε το λόγο και είπε ότι ο συγκεκριμένος δεν μπορεί να πει τίποτε καλό , αφού κουβαλάει το ψέμα όχι μόνο στην ψυχή του αλλά και στα μαλλιά του!
     Αλλά και οι Ρωμαίοι, μετά τις μεγάλες τους κατακτήσεις και την επαφή τους με την Ανατολή δεν έμειναν ασυγκίνητοι από τον τρόπο ζωής που γνώρισαν, με αποτέλεσμα  η  φροντίδα για την ένδυση και τον καλλωπισμό του σώματος, να αποτελεί  αγαπημένη ενασχόληση. Έτσι για τις Ρωμαίες γυναίκες  μαθαίνουμε και τα εξής:
  Ο γυναικείος εξωτερικός χιτώνας( stola) μπορεί να χρησιμοποιούνταν επί αιώνες όμως το υλικό κατασκευής και τα χρώματα δεν παρέμεναν τα ίδια αλλά ακολουθούσαν τις επιταγές της μόδας. Ιδίως το χρώμα, περισσότερο από κάθε άλλο, έκανε ελκυστική τη γυναικεία ενδυμασία. Γι’ αυτό υπήρχε πλήθος χρωμάτων όπως: το γαλαζοπράσινο, το κρόκινο, του αμέθυστου, το ανοιχτό ρόδινο, το μπλε, το κόκκινο, το χρώμα του παγωμένου αίματος και άλλα πολλά. Επιπλέον αφιέρωναν  ένα μεγάλο μέρος από το χρόνο τους για την κόμμωσή τους. Τα είδη του χτενίσματος διέφεραν από εποχή σε εποχή, ενώ αυτές που επέβαλλαν τη μόδα ήταν οι γυναίκες της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Ακόμη έβαφαν τα μαλλιά τους σε διάφορες αποχρώσεις από το κόκκινο ως το κατάξανθο. Επίσης φορούσαν και ψεύτικα μαλλιά αλλά και περούκες, κυρίως ξανθές, που τις έφτιαχναν από τα  κομμένα μαλλιά αιχμάλωτων γυναικών της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Επιπλέον τα καλλυντικά, τα αρώματα και τα κοσμήματα ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος πολλών γυναικών. Αλοιφές, για το μακιγιάζ, κατασκευασμένες από τον ιδρώτα του μαλλιού του προβάτου, λευκός μόλυβδος για τη λεύκανση του προσώπου, κιμωλία, λευκό μήρινο ήταν ορισμένα από το πλήθος των καλλυντικών που χρησιμοποιούσαν. Όσον αφορά στα κοσμήματα; Σκουλαρίκια, περιδέραια, βραχιόλια, πόρπες, δαχτυλίδια, διαδήματα του κεφαλιού και κρίκοι στα πόδια συνέβαλλαν στην ελκυστικότητα της εμφάνισης. Όμως πρέπει να σημειώσουμε, ότι, όπως ήταν φυσικό,  δεν είχαν όλες οι γυναίκες τις ίδιες οικονομικές δυνατότητες και κατ’ επέκταση ούτε την «πρόσβαση» στα πανάκριβα προϊόντα καλλωπισμού. 
     Επιπλέον οι γυναίκες με τις υπερβολές που υιοθετούσαν στην εμφάνισή τους προκαλούσαν τα αρνητικά σχόλια των ανδρών αλλά και των χριστιανών ανδρών και γυναικών αργότερα. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του χριστιανού  συγγραφέα του 2ου-3ου αιώνα Τερτυλλιανού Κόιντου Σεπτίμιου Φλωρέντιου ο οποίος πίστευε ότι η ματαιότητα της πλούσιας ενδυμασίας είναι ένα μέρος     της κοινής ματαιότητας της επίγειας απόλαυσης. Επίσης απευθυνόμενος στις γυναίκες που αφιέρωναν τόση ώρα και σκέψη στην περιποίηση των μαλλιών τους  αναρωτιέται πώς μπορούν αυτοί οι χαμένοι κόποι να βοηθήσουν στη σωτηρία τους. Ακόμη τους επισημαίνει ότι διαπράττουν απίστευτες υπερβολές, για να μετατρέψουν τα μαλλιά τους  σε ένα είδος τάπητα που άλλοτε είναι κάτι σαν θήκη στο κεφάλι τους και καπάκι όμοιο με κράνος πάνω στην κορυφή τους και άλλοτε πάλι μια εναέρια εξέδρα τοποθετημένη στο σβέρκο τους. Πεποίθησή του ήταν ότι δεν πρέπει να κάνουμε καμιά προσπάθεια να βελτιώσουμε το έργο των χεριών του θεού. Κάποιος  άλλος πάλι Ρωμαίος επικρίνει τις γυναίκες για το πλήθος των φαρμάκων, των μαντζουνιών και των αλοιφών  που χρησιμοποιούν για να κάνουν λαμπερή την όψη τους.
     Χωρίς λοιπόν να παραγνωρίζουμε τις αντιδράσεις που προκαλούσε σε μερίδα πολιτών το φτιασίδωμα  συμπεραίνουμε ότι  τόσο στην ελληνική όσο και στη ρωμαϊκή αρχαιότητα το κάλλος αποθεωνόταν. Ακόμη και ο Σωκράτης, ο μεγάλος Αθηναίος φιλόσοφος, που δεν έδινε καμιά σημασία στην εξωτερική του εμφάνιση - ενδιαφερόμενος περισσότερο για την ψυχή του- φρόντιζε, όταν τον καλούσαν σε δείπνο, να εμφανίζεται  περιποιημένος.
      Παρόλα αυτά πρέπει να επισημάνουμε ότι οι αρχαίοι πρόγονοί μας, οι δημιουργοί του σπουδαίου αυτού πολιτισμού που φώτισε τη σκέψη της ανθρωπότητας  είχαν κατά νου και το ρητό « Μέτρον άριστον». Ο Όμηρος για παράδειγμα, μπορεί να δείχνει μεγάλη ευαισθησία στην ακτινοβόλα ομορφιά της Ναυσικάς μέσα από τον ύμνο του Οδυσσέα προς το πρόσωπό της αλλά, από την άλλη πλευρά, παρουσιάζει την Αφροδίτη, που αποτελεί σύνθεση όλων των φυσικών θέλγητρων, ως κακιά, αναιδή, έκλυτη και υπερβολικά ανόητη. 

    Πηγή συμφορών υπήρξε και για την Ελένη του Ευριπίδη η υπέρμετρη ομορφιά της. Εξαιτίας της ομορφιάς της έγινε το βραβείο για τον Πάρη, αφού η Αφροδίτη τού την υποσχέθηκε στην περίπτωση που επέλεγε τη θεά ως την ομορφότερη. Έτσι η δύστυχη ηρωίδα καταριέται την ομορφιά της που μόνο βάσανα της έχει φέρει. Εξαιτίας της οι Έλληνες και οι Τρώες έχουν γνωρίσει συμφορές, εξαιτίας της ο βασιλιάς της Αιγύπτου, Θεοκλύμενος, τη διεκδικεί. Η τραγική Ελένη μέσα στον πόνο της τα «βάζει» με αυτό που την έκανε πασίγνωστη. Την ομορφιά της: «Αν όμορφο λογιέται ότι σου φέρνει δυστυχία», «δύσμοιρη ομορφιά», «δύο οι φταίχτες, η Ήρα και η ομορφιά μου», «Έχω τόσο βαθειά στη δυστυχία βουλιάξει. Σε άλλες γυναίκες η ομορφιά χαρίζει χαρά, το χαλασμό, σε μένα μόνο».
     Και βέβαια δεν είναι μόνο η Ελένη που πάσχει εξαιτίας της ομορφιάς της.  Η πανέμορφη νύμφη Καλλιστώ, που συνόδευε τη θεά Άρτεμη στο κυνήγι είχε την ατυχία να την ερωτευτεί ο Δίας. Και αφού την άφησε έγκυο, για να την προστατεύσει από την οργή της Ήρας τη μεταμόρφωσε σε αρκούδα ή σε λιοντάρι σύμφωνα  με την εκδοχή του Ευριπίδη.
      Η Δάφνη επίσης, η όμορφη κόρη του ποτάμιου θεού Πηνειού, ξύπνησε τον έρωτα σε ένα νέο το Λεύκιππο που είχε όμως ως αντίζηλο το θεό Απόλλωνα. Όταν λοιπόν ο Λεύκιππος ντύθηκε με κοριτσίστικα ρούχα, για να βρίσκεται κοντά στη Δάφνη, ο θεός έβαλε στο νου της να πάνε να λουστούν μαζί με τις υπόλοιπες κοπέλες. Εκεί στην πηγή αποκαλύφθηκε η απάτη του Λευκίππου ο οποίος βρήκε τραγικό θάνατο από τα δόρατα των κοριτσιών. Στη συνέχεια ο Απόλλωνας άρχισε να κυνηγά τη Δάφνη η οποία μεταμορφώθηκε από το Δία στο ομώνυμο δέντρο.
     Η Ευρώπη πάλι που ήταν κόρη του Αγήνορα και της Τηλεφάεσσας, ηγεμόνων της Φοινίκης και αδελφή του Κάδμου, ιδρυτή της Θήβας, απήχθη από το Δία ο οποίος την ερωτεύτηκε. Μια μέρα, καθώς μεγάλωνε, πήγε στα λιβάδια της παραλίας, για να παίξει με τις φίλες της και να μαζέψει λουλούδια. Εκεί συνάντησε το θεό Δία. Εκείνον αμέσως τον χτύπησε ο έρωτας και για να την πλησιάσει μεταμορφώθηκε σε ήρεμο, εύσωμο και δυνατό ταύρο και πήγε δίπλα της κάνοντας δήθεν ότι βόσκει, σκεφτόμενος με τι τρόπο θα την κατακτούσε. Εκείνη τότε πλησίασε τον ταύρο - Δία και άρχισε να τον χαϊδεύει γοητευμένη από την ωραία κορμοστασιά του και τη μυϊκή του δύναμη. Σε λίγο δε δίστασε και να τον ιππεύσει. Τότε αυτός άρχισε να τρέχει με αστραπιαία ταχύτητα.
     Η Ευρώπη έκλαιγε, μα δεν μπορούσε να πηδήσει, γιατί φοβόταν μήπως σκοτωθεί. Ο θεός διέσχισε τη θάλασσα συνοδευόμενος από Τρίτωνες και Νηρηίδες και έφτασε στην Κρήτη. Όταν ο μεταμορφωμένος σε ταύρο θεός επιβιβάστηκε στο νησί, ο ταύρος δεν φαινόταν πια, αλλά ο Δίας πήρε από το χέρι την Ευρώπη και την οδήγησε στο Δικταίο άντρο, κατακόκκινη και με το βλέμμα χαμηλωμένο, γιατί είχε πια καταλάβει που πήγαινε. Εκεί, στο Δικταίο άντρο, οι νύμφες και οι νεράιδες είχαν στρώσει το νυφικό κρεβάτι, όπου η Ευρώπη κοιμήθηκε με το Δία.
     Όταν ο Δίας εγκατέλειψε την Ευρώπη και πήγε στον Όλυμπο, για να γίνει βασιλιάς θνητών και αθανάτων, η Ευρώπη πήρε για δεύτερο σύζυγό της τον Αστερίωνα, βασιλιά της Κρήτης, που υιοθέτησε και τα παιδιά που είχε εκείνη αποκτήσει από το Δία, επειδή αυτός δεν είχε αρσενικό γιο, για να αφήσει ως διάδοχο και μετά το θάνατό του, το θρόνο πήρε ο μεγαλύτερος από τους θετούς γιους του, ο  Μίνωας.
      Άλλη κόρη που πλήρωσε με απαγωγή την ομορφιά της ήταν η κόρη της θεάς Δήμητρας, η Περσεφόνη, την οποία ερωτεύτηκε ο Πλούτωνας, και την οδήγησε στον Κάτω Κόσμο. Σύμφωνα με κάποιο άλλη εκδοχή η Αφροδίτη συνέργησε στην απαγωγή της, ενώ η Ήρα και η Αθηνά προσπάθησαν να τη βοηθήσουν. Στον Άδη η Περσεφόνη δεν ήθελε να φάει, στο τέλος όμως πείστηκε και έφαγε λίγα σπόρια ροδιού, πράγμα που τη συνέδεσε με τον Κάτω Κόσμο. Τελικά ύστερα από τις παρακλήσεις της μητέρας της στο Δία, ο θεός αποφάσισε να την επαναφέρει στον Πάνω Κόσμο. Επειδή όμως είχε φάει τα σπόρια του ροδιού, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Έτσι βρέθηκε η συμβιβαστική λύση να περνά κάποιους μήνες στον Κάτω Κόσμο και τους υπόλοιπους στον Πάνω.
      Τραγική είναι εξάλλου η περίπτωση του Υάκινθου ενός πανέμορφου νέου από τη Σπάρτη που ήταν σύντροφος του Απόλλωνα, θεού του ήλιου και του Ζέφυρου, θεού του ανέμου. Οι δύο θεοί συναγωνίζονταν ποιος θα κερδίσει την εύνοια του όμορφου νέου. Μια μέρα καθώς ο Απόλλωνας μάθαινε στον Υάκινθο δισκοβολία, του ξέφυγε ο δίσκος και χτύπησε τον άτυχο νέο σκοτώνοντάς τον. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Ζέφυρος ζηλεύοντας, επειδή ο νεαρός προτιμούσε την παρέα του Απόλλωνα, φύσηξε πάνω στο δίσκο κατευθύνοντας τον να χτυπήσει τον Υάκινθο. Από το αίμα του νέου ο Απόλλωνας έπλασε ένα λουλούδι που στο άνθισμά του κάθε του πέταλο έμοιαζε να έχει γραφτεί μια θρηνητική κραυγή ("ΑΙ" δηλαδή γοή στην αρχαιοελληνική γλώσσα).
    Ένας επίσης εξαιρετικά όμορφος νέος που η ομορφιά του τον οδήγησε στο θάνατο ήταν ο Νάρκισσος. Η μητέρα του, τού είχε πει ότι θα παραμείνει έτσι σ’ όλη του τη ζωή, αν δεν δίνει σημασία στην ομορφιά του. Ο Νάρκισσος αποφάσισε να δει την αντανάκλασή του στα νερά μιας πηγής. Δυστυχώς όμως γοητεύτηκε τόσο πολύ από την ομορφιά του πού έμεινε εκεί ακίνητος θαυμάζοντας τον εαυτό του μέχρι που μαράζωσε και πέθανε στις όχθες της πηγής. Στον τόπο όπου πέθανε φύτρωσε το ομώνυμο λουλούδι.
       Toότι δεν πρέπει να υπερεκτιμούμε την ομορφιά, μας διδάσκει και ο ακόλουθος μύθος του Αισώπου:
    Κάποτε ένα ελάφι κοιτάζοντας την όψη του που καθρεφτιζόταν στα νερά μιας πηγής, επαινούσε την ομορφιά των κεράτων του, επειδή τα θεωρούσε στολίδι για όλο του το σώμα και κατηγορούσε τα λεπτά του πόδια. Όταν όμως κατέφθασαν οι κυνηγοί με τα σκυλιά τους, το έβαλε στα πόδια και αρχικά τους ξέφυγε όσο έτρεχε σε ομαλό έδαφος. Όταν όμως κατέφυγε στο δάσος τα μεγάλα του κέρατα μπλέχτηκαν στα κλαδιά των δέντρων και έτσι παγιδεύτηκε. Κατά συνέπεια έμαθε ότι πολλές φορές το όμορφο δεν είναι και το χρησιμότερο αλλά, απεναντίας, μπορεί να αποδειχτεί καταστροφικό.    
         Μια διαφορετική περίπτωση όπου η ομορφιά της γυναίκας γίνεται αιτία να ντροπιαστεί η ίδια αλλά αποδείχνεται και μοιραία για τον ίδιο της τον άντρα που θέλησε να επιδείξει τα κάλλη της σε έναν ευνοούμενό του, επειδή ήθελε να του επιβεβαιώσει αυτό που ο ίδιος πίστευε, ότι η γυναίκα του είναι ομορφότερη απ’ όλες τις άλλες, είναι η ιστορία του Κανδαύλη, τυράννου των Σαρδιών, που μας μεταφέρει ο Ηρόδοτος στην Ιστορία του.
      Κάποτε λοιπόν ο Κανδαύλης ζήτησε από το Γύγη να δει γυμνή τη βασίλισσα, ώστε να θαυμάσει και εκείνος την ομορφιά της με τον ίδιο τρόπο που τη θαύμαζε και αυτός. Ο Γύγης θεώρησε την πρότασή του άνομη και του απάντησε ότι δέχεται πως η γυναίκα του είναι πράγματι η πιο όμορφη και γι’ αυτό δε χρειαζόταν καμία άλλη απόδειξη, φοβούμενος μήπως τον βρει κανένα κακό. Όμως ο Κανδαύλης επέμενε και του απάντησε πως θα καταστρώσει το σχέδιό του με τέτοιο τρόπο, ώστε να δει τη γύμνια της γυναίκας του χωρίς να γίνει αντιληπτός. Σύμφωνα με το σχέδιό του, ο Γύγης θα κρυβόταν μέσα στο υπνοδωμάτιο του ζεύγους θα έβλεπε τη γυναίκα του, όταν θα έβγαζε τα ρούχα της, και στη συνέχεια θα έφευγε. Πράγματι το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή, αλλά η γυναίκα  αντιλήφθηκε την παρουσία του Γύγη χωρίς όμως να του το δείξει, κρατώντας τη ψυχραιμία της. Την  επόμενη ημέρα η βασίλισσα ζήτησε από κάποιους έμπιστους υπηρέτες να φωνάξουν το Γύγη, χωρίς αυτός να γνωρίζει το λόγο της πρόσκλησης. Όταν λοιπόν ήρθε στο παλάτι, η γυναίκα του Κανδαύλη του είπε ότι έχει δυο επιλογές: ή να σκοτώσει τον Κανδαύλη και να γίνει βασιλιάς των Λυδών παίρνοντάς την για γυναίκα του ή να πεθάνει ο ίδιος, για να μη βλέπει όσα δεν επιτρέπονται να δει. Ο Γύγης τα έχασε και την παρακάλεσε να μην τον αναγκάσει να κάνει μια τέτοια τραγική επιλογή. Αυτή όμως ήταν ανένδοτη και έτσι ο κακόμοιρος αποφάσισε να σκοτώσει το βασιλιά στο μέρος, όπου την είχε δει γυμνή, όπως και έγινε. Μετά τη δολοφονία του βασιλιά οι Λυδοί αντέδρασαν στο ενδεχόμενο να πάρει το θρόνο, και μόνο, όταν το μαντείο έδωσε θετικό χρησμό χρίστηκε βασιλιάς. 
      Και ερχόμαστε στο σήμερα. Έχει αλλάξει ο τρόπος που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν την ομορφιά; Μάλλον όχι. Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η τεχνολογία έχει τεθεί στην υπηρεσία της επικρατούσας τάσης για καλαίσθητη εξωτερική εμφάνιση. Η κατάλληλη ένδυση, ολοκληρώνεται με τον καλλωπισμό. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά στην εποχή της εικόνας, του θεάματος όπου αυτό που προέχει είναι, προπάντων, το Φαίνεσθαι και δευτερευόντως  το Είναι; Η εξωτερική εντύπωση και όχι ο ψυχικός-συναισθηματικός πλούτος του ατόμου;. Δεν είναι τυχαία εξάλλου η ύπαρξη πλήθους ινστιτούτων καλλονής-αισθητικής, γυμναστηρίων, κλινικών πλαστικής χειρουργικής, καταστημάτων με προϊόντα καλλωπισμού, και άλλων με συναφή προϊόντα με τζίρο πολλά εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
     Βέβαια, επειδή στην παρούσα εργασία αυτό που μας ενδιέφερε, ήταν να προβάλουμε όχι τόσο τις προσωπικές μας απόψεις  μα της ευρύτερης μαθητικής κοινότητας και άλλων προσώπων εκτός του σχολείου μας, συντάξαμε ένα ερωτηματολόγιο, για να  διερευνήσουμε την άποψή τους. 
     Σύμφωνα με την έρευνά μας  η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων θεωρεί την εξωτερική ομορφιά μεγάλο πλεονέκτημα Η ομορφιά βοηθά στην εξεύρεση εργασίας πολύ πιο αποτελεσματικά, το άτομο αποκτά αυτοπεποίθηση, γίνεται ευκολότερα αποδεκτό από τους άλλους και δημιουργεί με χαρακτηριστική άνεση γνωριμίες ή  φιλίες. Γενικά,  θεωρείται  επιπλέον εφόδιο για να πετύχει κανείς τους στόχους του, αφού όπως γράφουν χαρακτηριστικά «η ομορφιά ανοίγει πόρτες». Οι λιγοστοί που απάντησαν και θετικά και αρνητικά  επισήμαναν  τον κίνδυνο που ελλοχεύει να υποστεί το άτομο κακόβουλη κριτική εξαιτίας του φθόνου που μπορεί να προκαλέσει, αλλά και να του δημιουργήσει αισθήματα ανωτερότητας κάνοντάς το υπεροπτικό και αλαζονικό στη συμπεριφορά του. Τέλος ελάχιστοι τη θεωρούν  μειονέκτημα τονίζοντας κυρίως τη ζήλια και το φθόνο που μπορεί να προκαλέσει στους άλλους με απρόβλεπτες συνέπειες. Επίσης στο ερώτημα αν η συμπεριφορά μας επηρεάζεται θετικά η αρνητικά από το παρουσιαστικό κάποιου οι περισσότεροι απάντησαν πως αυτό είναι δεδομένο, αφού η δύναμη της εικόνας είναι η κυρίαρχη, η καθοριστική. Και εδώ οι θετικές εντυπώσεις σχετίζονται άμεσα με την ελκυστική εξωτερική εμφάνιση. Και ενώ οι περισσότεροι θεωρούν την  εξωτερική ομορφιά πλεονέκτημα, που επηρεάζει  άμεσα και τη συμπεριφορά μας απέναντι στους άλλους, οι απαντήσεις τους στο ερώτημα, που αφορούσε  στο αν θεωρούν την εσωτερική ομορφιά, δηλαδή τον πλούσιο συναισθηματικό και ψυχικό κόσμο του ατόμου σημαντικότερο, μας εξέπληξαν. Σχεδόν όλοι υπερτόνισαν τη σπουδαιότητα του ψυχικού κόσμου, το κάλλος της ψυχής, που παραμένει, σε αντίθεση με την ομορφιά που είναι «εφήμερη» ενώ, πιστεύουμε, ότι η καλύτερη απάντηση που δόθηκε ήταν: Τα ψυχικά εφόδια καταξιώνουν το άτομο σαν οντότητα ( Είναι)  και όχι σαν παρουσία( Φαίνεσθαι).
     Οι παραπάνω απαντήσεις μας δημιούργησαν ένα προβληματισμό. Πώς είναι δυνατόν να υπερτονίζεται η εξωτερική ομορφιάαλλά συγκρινόμενη με τον ψυχικό κόσμο να θεωρείται αμελητέα ποσότητα; Μια πιθανή απάντηση μάς έδωσε  η μαθήτρια  Στεφάνου Νεφέλη  στο παρακάτω κείμενό της.
  «Στη σημερινή κοινωνία η ομορφιά θεωρείται το διαβατήριο για την εύκολη επιτυχία στο χώρο του θεάματος αλλά και σε άλλους επαγγελματικούς και κοινωνικούς χώρους. Βλέπουμε νέα και όμορφα παιδιά να συμμετέχουν σε τηλεοπτικά προγράμματα με μόνο προσόν τους την εμφάνιση. Η πνευματική καλλιέργεια, οι αξίες, ο χαρακτήρας, δεν έχουν αρχικά τουλάχιστον μεγάλη σημασία, αφού τριγύρω μας κυρίαρχη είναι η εικόνα σε βάρος της ουσίας. Ακόμη και τα μικρά παιδιά εθίζονται σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο ομορφιάς όπως οι κούκλες Barbie, Sindy κ.λ.π. Έτσι  «ασκούμαστε αλλά, κυρίως, υποχρεωνόμαστε στο να δίνουμε προτεραιότητα στα προβαλλόμενα και επιβαλλόμενα πρότυπα ομορφιάς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε θα θέλαμε να ζούμε σε ένα κόσμο με άλλες προτεραιότητες τον οποίο ονειρευόμαστε. Έναν κόσμο όπου το «Είναι» θα κυριαρχεί πάνω στο «Φαίνεσθαι». Μπορούμε λοιπόν  να μιλήσουμε για τη δικτατορία της ομορφιάς, όπως αυτή επιβάλλεται  από  ένα μέρος του ηλεκτρονικού και γραπτού τύπου, με τη συνεχή προβολή ενός τρόπου ζωής άρρηκτα συνδεδεμένου με τα καλογυμνασμένα κορμιά και τα τέλεια πρόσωπα. Πόσες φορές δεν έχουμε γίνει μάρτυρες αγενούς συμπεριφοράς  υπαλλήλων απέναντι σε απλούς καθημερινούς ανθρώπους, ενώ οι ίδιοι  σπεύδουν να εξυπηρετήσουν με δουλικότητα κάποια λαμπερή καλλονή;»
      Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται και από τις απαντήσεις στο ερώτημα που θέσαμε και το οποίο αφορούσε στην τάση  πολλών ανθρώπων να καταβάλλουν συνεχείς προσπάθειες, ώστε να βελτιώνουν ή να συντηρούν την εικόνα τους με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας στον τομέα της αισθητικής. Οι καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές που προσφέρει η ελκυστική εμφάνιση είναι η κυρίαρχη απάντηση, και ακολουθούν η φιλαρέσκεια, η ματαιοδοξία, η αυτοπεποίθηση που αποκτά το άτομο, η ψυχική ισορροπία ή ακόμα και όλα αυτά. Και στο ερώτημα αν οι παραπάνω κάνουν ανάλογες προσπάθειες και για την πνευματική τους καλλιέργεια, η απάντηση ήρθε φυσιολογικά(;).Όχι, χωρίς ενδοιασμούς. Μύθος ή πραγματικότητα; Γιατί στην επόμενη ερώτηση η συντριπτική πλειοψηφία( 2,5 στους 3) των ερωτηθέντων πιστεύει ότι ομορφιά και υψηλό πνευματικό επίπεδο μπορούν να συνυπάρξουν. Ο όμορφος άνθρωπος δεν είναι κατ’ ανάγκη και ακαλλιέργητος αλλά, κατά τη γνώμη τους, η κυρίαρχη άποψη  στη σημερινή κοινωνία είναι πως αυτό συμβαίνει. Και κλείνουμε την έρευνά μας με το τελευταίο ερώτημα που σχετίζεται άμεσα με το αμέσως προηγούμενο. Μήπως τα όμορφα άτομα αντιμετωπίζουν ένα ιδιότυπο ρατσισμό; Από τις απαντήσεις που πήραμε διαπιστώσαμε ότι οι 2 στους 3 δεν πιστεύουν πως κάτι τέτοιο υφίσταται, πολλοί λιγότεροι πιστεύουν πως αυτό συμβαίνει με κυρίαρχη αιτία το φθόνο, αφού, κατά τη γνώμη τους πάντα, οι άνθρωποι ζηλεύουν αυτό που και οι ίδιοι δεν μπορούν να έχουν, ενώ ενδιαφέρουσα ήταν και η άποψη που διατυπώθηκε από ελάχιστους ότι τα κακόβουλα σχόλια και η αρνητική αντιμετώπιση από τους άλλους, οφείλονται στα ίδια που θεοποιούν την ομορφιά τους.
    Επομένως, από την πλειοψηφία, η ομορφιά αντιμετωπίζεται( συνειδητά ή ασυνείδητα, με ελεύθερη βούληση ή με πλύση εγκεφάλου) ως μέσο για  επιτυχία στον επαγγελματικό, κοινωνικό, προσωπικό ή γιατί όχι και στον πολιτικό στίβο. Αλλά  έχει ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι μέσα από την έρευνα  αναδείχνεται, έστω μειοψηφικά, και η άλλη όψη της ομορφιάς που δεν ωφελεί αλλά δημιουργεί προβλήματα σε όσους τη φέρουν. Ο Φθόνος, η ζήλια, η απαξίωση της νοημοσύνης, τα κακόβουλα σχόλια, η αλαζονεία. η παρενόχληση στους χώρους εργασίας είναι  μέρος από το τίμημα της ομορφιάς.



     Στο συμπέρασμά μας έρχεται να συνδράμει επικουρικά και η δημοτική μας παράδοση με το πλήθος των τραγουδιών του λαού, άλλα από τα οποία υμνούν την ομορφιά γυναικών και αντρών, θεωρώντας την πηγή χαράς( π. χ μια όμορφη κόρη είναι πολύ πιθανό να εξασφαλίσει έναν «καλό» γάμο σε μια εποχή που αυτός είναι η βασική της επιδίωξη, ο σκοπός της ζωής της) ενώ άλλα τονίζουν τις επιπτώσεις της ομορφιάς.
 

Μάνα μ’ τη θυγατέρα σου, μάνα μ’, τη μοναχιά σου,

την έλουσες, τη χτένισες, στο σύννεφο την κρύβεις

και σπάραξε το σύννεφο και λάμπει η κόρη μέσα.

Λάμπει κόρη ξανθή, λάμπει μαλαματένια.

Την είδε ο Θεός, την είδε η γης, την είδε ο κόσμος όλος,

Την είδε κι ο πραματευτής κι έπεσε να πεθάνει.

Σώπα, σώπα, πραματευτή, γαμπρό για να σε κάνω,

............................................



Ήλιος γεννέθηκε το πρωί και αυτή το μεσημέρι.

                         

 

................................................ 


Ασπρούδα κι ασπρουδίτσα μου, χρυσή μου κοπελίτσα,

όταν σ ’έκανε η μάνα σου και σ’ εκοιλοπονούσε,

εγώ στη θύρα στέκομαν, το Θιό παρακαλούσα:

«Θεέ μ ’να γίνει ρόδινη, Θεέ μ’, να γίνει ξάσπρη,

ξάσπρη σαν το τριαντάφυλλο, κόκκινη σαν το μήλο»


 

 ...................................................


Φραγκίτσα  δω, Φραγκίτσα κει, Φραγκίτσα πάει στη βρύση,

με το γιορντάνι στο λαιμό, με την ψιλή τη μέση,

την είδε ο ήλιος έλαμψε και το φεγγάρι χάθη,

την είδε κι ο αυγερινός κι έπεσε να πεθάνει.

«Για σήκω, σήκω αυγερινέ, γαμπρό για να σε κάνω,

γαμπρός στη θυγατέρα μου, γαμπρός στη μαναχιάρα».

 

 

 

  ............................................



Σαν κίνησε ο νιούτσικος να πάει ν’ αρραβωνίσει,

ούτε το ρούχο τ’ έβαλεν, ούτε ζωνάρι εζώστη,

Κι η μάνα του του φώναζε, κι η μάνα του του λέγει:

Γύρισε, πάρ’ το ρούχο σου, ζώσου και το ζωνάρι


.....................................................


Εκεί που πάω, μάνα μου, εγώ ν’ αρραβωνίσω

Ούτε για ρούχο με ρωτάν, ούτε και για ζωνάρι.

Εκεί τηράν τα νιάτα μου, τηράν την ομορφιά μου,



.....................................................


 

 

Κυρ’ αργυρή, κυρά χρυσή, κυρά μαλαματένια,

κυρά μ’, όντας στολίζεσαι και βάνεις το  φκιασίδι,

βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθι,

βάνεις και τον αυγερινό καθάριο δαχτυλίδι.

Στο δαχτυλίδι σου πατώ, στην τρίχα σου πατάω,

και στο δευτεροκούτελο να διπλωθώ να κάτσω.
 
 
............................................


Κυρά, ν-όταν ηθέλησες για να λουστείς ν’ αλλάξεις,

η πάπια σου  ΄φερνε νερό κι η φάσσα το σαπούνι.

Τον ήλιο βάνεις πρόσωπο και το φεγγάρι κύκλο

και τον καθάριο αυγερινόν τον βάζεις σημαντήρι.

Σημαίνεις στην Ανατολή κι ακούεσαι στη δύση

κι απ’ τα νησιά μες στη στεριά κι απ’ τη στεριά στην Πόλη.

Εβγαίνεις απ’το σπίτι σου, ο ήλιος ανατέλλει,

διαβαίνεις, πας στην εκκλησιά, μοσκοβολάει ο τόπος.
 
 
.............................................

Όμορφος πού ΄σαι μάτια μου, σαν τ’ όμορφο μαντίλι,

σαν το πουλί που κελαηδεί το Μάη με τον Απρίλη.
……………………
Όντο  σ’ γέννα η μάνα σου, εκούμπησε στη βρύση

κι ήκαμεν γιον εγλεντιστή κι όμορφο κυπαρίσσι.
……………………
Θαμάζομ’ όντεν περπατείς, πώς δεν αθούν οι ρούγες


και πώς δε γίνεσαι αετός με τσι χρυσές φτερούγες.

 

 

       Στο  παρακάτω δημοτικό τραγούδι η ομορφιά της γυναίκας, που έχει γεννήσει τη ζήλια του συζύγου της, την κάνει να υποφέρει, επειδή η ίδια αισθάνεται ηθικά διλήμματα, διότι ακόμα και οι πιο απλές καθημερινές πράξεις όπως το να προσφέρει νερό σε ένα περαστικό ή να πλύνει το μαντήλι του θεωρούνται κατακριτέες, αλλά αποτελεί και μόνιμη πηγή δυστυχίας για το σύζυγό της.
     Κάποτε λοιπόν μια παρέα αποτελούμενη από το Μενούσαγα, τον Μπιρμπίλη και το Ρισιούλη, είχε βρεθεί σε ένα κρασοπουλιό. Πάνω στο φαγητό και το ποτό άρχισαν να συζητάνε για τις γυναίκες και κάποιος από την παρέα εκθείασε την ομορφιά της γυναίκας του Μενούσαγα. Όμως αυτή η αναφορά στη γυναίκα του, δεν του άρεσε καθόλου και ορμώμενος από την υπέρμετρη ζήλια του θέλησε να επιβεβαιωθεί πότε και που τη συνάντησε. Όταν  πείστηκε ότι πράγματι την είχε συναντήσει στη βρύση, ο Μενούσαγας γυρνώντας μεθυσμένος στο σπίτι του τη σκότωσε. Όμως την άλλη ημέρα, όταν συνήλθε και συνειδητοποίησε τι είχε κάνει, το μετάνιωσε, αλλά ήταν πλέον αργά.  
     
                                                               Ο Μπιρμπίλης, ο  Ρισιούλης κι ο Μενούσαγας
 
                       σε κρασοπουλειό πηγαίνουν για να φαν να πιούν.

                         Κεί πού τρώγαν, κεί που πίναν, κεί πού γλένταγαν,

            κάτι πέσαν σε κουβέντα για  τις έμορφες,

                   για  τις άσπρες, για τις ρούσες, για  τις γαλανές.
 
            ―Όμορφη γυναίκα πόχεις, βρε Μενούσαγα.

                  ―Που την είδες, που την ξέρεις και τη μολογάς;
   
         ―Ψες την είδα στο πηγάδι πόπαιρνε νερό

    και  τις γύρεψα λιγάκι και δε μόδωκε,
           
                  και τις ρίξα το μαντίλι και μου το ‘πλυνε.      10
  ―
                  Σαν την είδες, σαν την ξέρεις, πές μας τι φορεί.

             ―Πράσινο φουστάνι φοράει, παρδαλή ποδιά.
 
             
              Κι ο Μενούσης μεθυσμένος πάει την έσφαξε∙
     
      το πρωί ξεμεθυσμένος και την έκλαιγε.
 
                     
                                ―Σούκω πάπια, σούκω χήνα, σούκω νεραντζιά∙             15
        
                 σούκω ντύσου κι αμαρτώσου κι έβγα στο χορό,


           να σε δουν τα παλικάρια να μαραίνονται,

   να σε δω κι εγώ καημένος να σε χαίρομαι.
(εκλογή Ακαδημίας, σ. 374, Μ. Λιουδάκη- Ήπειρος )

     

       Στο  επόμενο τραγούδι πάλι, η γυναίκα λόγω της ομορφιάς της γίνεται αντικείμενο κακόβουλων σχολίων, χωρίς να έχει δώσει ενδεχομένως κάποιο δικαίωμα, που σε συνδυασμό με τη ζήλια και τις αμφιβολίες του συζύγου της για την πίστη της την οδηγούν στο θάνατο. Αλλά και ο σύζυγος υποφέρει, γιατί η ιδέα του να παινέψει την ομορφιά της, τον οδήγησε σε αυτή την τραγική λύση.
     Μια φορά λοιπόν τέσσερις άνδρες διασκεδάζουν και αρχίζουν να παινεύονται, άλλος για τη φορεσιά του, άλλος για την περιουσία του και ο Βλαχογιός για την όμορφη γυναίκα του. Τότε κάποιος από την παρέα θέλοντας να τον πειράξει αμφισβήτησε το ήθος της γυναίκας του. Όταν το άκουσε αυτό ο Βλαχογιός,  πολύ του κακοφάνηκε και περνώντας πόλεις και χωριά φτάνει στο σπίτι του, όπου σκοτώνει τη γυναίκα του.

 

Τρεις άρχουντοι κι Βλαχουγιός αντάμα τρων κι πίνουν.

Ένας πινιέτι στ’ άσπρα του, γι-άλλους στη φουρισιά του,

Πινέθηκι κι Βλαχουγιός πώς έχ’ καλή γυναίκα.

 

―Αλήθεια, Βλαχουγιέ, καλή γυναίκα έχεις

καλή γυναίκα και άξια πουλυουξακουσμένη.

Ικείν’ δανείζει του φιλί στα μουρφουπαλικάρια,

στα μούρφα και στα λέυτιρα κι στ’ αρραβουνιασμένα !

 

Σαν τ’ άκουσιν  η Βλαχουγιός, πουλύ του βαρυφάγκι.

Νύχτα σιλώνει τ’ άλογου, νύχτα του καλιγώνει,

Βαζ’ ασημένια πέταλα, καρφγιά μαλαματένια

Κι τα καλιγουσφίρια του αγνό μαργαριτάρι.

Στις Σέρρις ιπρογέυουνταν, στη Λάρσα γιουματίζει,

στα έρρημα τα Γιάννινα βουλέτι να δειπνήσει.

Βρίσκει τη βλάχα πόπλυνι κι βαρυσκαματίζει.

 

―Βγάλι, Βλάχα μ’ του γκαμουχά να μην ντουν ιματώσεις.

― Νια δε λυπάσαι νιο κορμί κι νιάτα χαϊδιμένα,

μόνου λυπάσι καμουχάν που ‘νι πανί βαμμένου!

( Βας. Κυπαρίσσης, Τραγούδια της Χαλκιδικής, Θεσσαλονίκη 1940)

 

     Την παρακάτω πασίγνωστη παραλογή «Του γιοφυριού της Άρτας» την αναφέρουμε, γιατί θεωρούμε πως δεν είναι τυχαία η αναφορά που γίνεται στην όμορφη γυναίκα του Πρωτομάστορα. Δε θυσιάζεται για να στεριώσει το γεφύρι η γυναίκα του Πρωτομάστορα, αλλά η όμορφη γυναίκα του. Επομένως με το χαμό μιας όμορφης, πιστεύουμε πως επιδιώκεται η δημιουργία πιο έντονου τραγικού στοιχείου, αν και η ζωή όλων είναι εξίσου πολύτιμη. Και προς ενίσχυση της θέσης μας μπορούμε να επικαλεστούμε  τη στάση μέρους του ηλεκτρονικού και γραπτού τύπου, ο οποίος σε περιπτώσεις θανάτων, εξαφανίσεων, δολοφονιών- κυρίως γυναικών- δεν παραμένει στο γεγονός αυτό καθαυτό αλλά τονίζει ή υπερτονίζει την ομορφιά των θυμάτων. Για παράδειγμα: Η δολοφονημένη καλλονή, η πανέμορφη εξαφανισμένη κ. λ. π.

 

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες

γιοφύριν εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.

Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.

Μοιρολογούν οι μάστοροι και κλαιν’ οι μαθητάδες:

«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στίς δούλεψές μας,

ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται».

Πουλάκι εδιάβη κι έκατσεν αντίκρυ στο ποτάμι

δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σα χελιδόνι,

παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:

«Ά’ δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει.

Και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,

παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,

πόρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα».

 

Τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.

Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι.

Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,

αργά να πάει και να διαβεί της ’Άρτας το γιοφύρι.

Και το πουλί παράκουσε, κι αλλιώς επήγε κι είπε:

«Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,

γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι».

 

Να τηνε κι εξανάφανεν από την άσπρη στράτα.

Την είδ’ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.

Από μακριά τούς χαιρετά κι από κοντά τούς λέει:

«Γεια σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,

μα τι έχει ο πρωτομάστορας κι είναι βαργωμισμένος;»

-Το δαχτυλίδι τόπεσε στην πρώτη την καμάρα,

και ποιος να μπει και ποιος να βγει το δαχτυλίδι να ΄βρει;

-Μάστορα, μην πικραίνεσαι, κι εγώ να πα’ σ’ το φέρω,

εγώ να μπω κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι να ’βρω».

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε:

«Τράβα, καλέ μ’, τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα,

’τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα».

‘Ένας πιχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,

παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο

 

  «Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!

Τρεις αδερφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες.

Η μια ’χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη,

κι εγώ η πλιό στερνότερη της ’Άρτας το γιοφύρι.

‘Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,

κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες»

«Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,

πο’ ’χεις μονάκριβο αδερφό, μη λάχει και περάσει».

……………………………………………………


 


 

       Όμως  δεν είναι μόνο τα τραγούδια της λαϊκής μας παράδοσης που πραγματεύονται το θέμα των συνεπειών της ομορφιάς. Υπάρχουν και οι μύθοι. Χαρακτηριστικός είναι ο μύθος «Η νεράιδα και το μαντίλι της» σύμφωνα με τον οποίο η επιμονή ενός πολύ ωραίου νέου να παντρευτεί, όχι κάποιο από τα πολλά κορίτσια που τον ήθελαν, αλλά μια νεράιδα που, όπως ήταν φυσικό ξεπερνούσε όλες τις γυναίκες σε ομορφιά, τον οδήγησε αρχικά στην επίτευξη του στόχου του, αλλά στο τέλος έχασε τη νεράιδα, που απέκτησε ξανά την ελευθερία της, και έμεινε μόνος του με τα παιδιά που είχε αποκτήσει μαζί της.
    Ο Γιάννης λοιπόν, επειδή ήθελε να παντρευτεί νεράιδα, αλλά κάθε φορά που δοκίμαζε να πλησιάσει κάποια από αυτές έφευγε, ρώτησε μια γριά η οποία τον συμβούλευσε, ότι, αν θέλει να μείνει για πάντα μαζί του μια νεράιδα, πρέπει να πάρει το μαντίλι μιανής απ’ αυτές και είτε να το κάψει με τον κίνδυνο όμως να πεθάνει από τη λύπη της είτε να το κρύψει πολύ καλά, ώστε να μην μπορεί να το βρει, να το πάρει και να φύγει. Πράγματι ακολούθησε τις οδηγίες της και κατάφερε να αιχμαλωτίσει μια. Επειδή πλέον αυτή δεν μπορούσε να πετάξει έμεινε με το Γιάννη που την παντρεύτηκε.
   Εκείνη όμως ήταν πάντα στενοχωρημένη και πικραμένη και σε κανένα πανηγύρι δεν έπαιρνε μέρος, αφού δεν είχε διάθεση να αλλάξει και να στολιστεί όπως οι άλλες γυναίκες. Ο Γιάννης που την έβλεπε έτσι τη λυπόταν πολύ και μια φορά που ήταν γιορτή και όλοι πήγαιναν στο χορό αποφάσισε να της δώσει το μαντίλι, αφού ζήτησε να τον διαβεβαιώσει, ότι θα επιστρέψει στο σπίτι τους μετά το τέλος της γιορτής. Η νεράιδα του έδωσε την υπόσχεσή της και ο Γιάννης πείστηκε.
   Έτσι της έδωσε το μαντίλι  και αυτή ντύθηκε, στολίστηκε, και μεμιάς όλο το σπίτι έλαμψε από την ομορφιά της. Κατόπιν πήγε στο χορό και άστραψε ο τόπος και όλοι έμειναν να τη θαυμάζουν. Χόρεψε, τραγούδησε ένα τραγούδι  που έσκιζε την πέτρα και μάραινε καρδιές και σαν έκανε τρεις γύρους, σείστηκε, λυγίστηκε, κούνησε το μαντίλι της και πέταξε στον αέρα για να ανταμώσει τις συντρόφισσές της. Και έτσι ο Γιάννης  έχασε τη γυναίκα του.
      Επιπλέον  σε  πολλά γνωστά παραμύθια ο φθόνος, η ζήλια, που η ομορφιά μπορεί να προκαλέσει κάνουν τις ηρωίδες να υποφέρουν.
     Η Χιονάτη, για παράδειγμα,  υποφέρει απ’ την κακιά μητριά της, όταν ο καθρέφτης τον οποίο ρωτούσε καθημερινά η βασίλισσα  για να επιβεβαιώνει την ομορφιά της, μια μέρα της απάντησε ότι ομορφότερη δεν ήταν πλέον αυτή αλλά η Χιονάτη. Και ο τρόπος για να συνεχίσει ο καθρέφτης να τη θεωρεί πιο όμορφη ήταν να τη βγάλει από τη μέση. Η κοπέλα αρχικά γλύτωσε το θάνατο εξαιτίας της συμπόνιας που επέδειξε ο σταλμένος από τη βασίλισσα υποψήφιος δολοφόνος ο οποίος την άφησε να φύγει μακριά από το βασίλειο. Έτσι η βασίλισσα βέβαιη για το θάνατό της ρωτά τον καθρέφτη για το ποια είναι η πιο όμορφη, πιστεύοντας ότι η απάντησή του θα ικανοποιούσε τη ματαιοδοξία της. Αλλά  η βασίλισσα  έμεινε έκπληκτη, όταν  έδωσε την ίδια απάντηση: Η Χιονάτη. Έτσι, αφού την αναζήτησε, τη δηλητηρίασε δίνοντάς της ένα μήλο. Βέβαια, επειδή  στα παραμύθια θριαμβεύει το καλό, η Χιονάτη αναστήθηκε, όταν τη φίλησε ένας πρίγκιπας,τον οποίο και παντρεύτηκε αλλά είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πώς η ομορφιά μπορεί να φέρει δάκρυα και πόνο.
 
   Ανάλογη είναι και η περίπτωση της  όμορφης Σταχτοπούτας που προκαλεί το φθόνο της μητριάς της και των δύο ετεροθαλών αδελφών της. Ζει κάτω από δύσκολες συνθήκες, κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού και αντιμετωπίζεται σαν να είναι δούλα. Η συνέχεια γνωστή. Ο χορός που διοργανώνει ο πρίγκιπας στο παλάτι, για να βρει γυναίκα, το κλείδωμα της Σταχτοπούτας στο σπίτι, το σκίσιμο του φορέματός της από τις κακιές αδελφές της, η δραπέτευσή της, η καλή νεράιδα που τη μεταμορφώνει, ο χορός με το γοητευμένο πρίγκιπα, το γοβάκι που έχασε, η αναζήτησή της  και τελικά η αποκατάστασή της. Τέλος καλό όλα καλά, αλλά η ζήλια  που προξενούσε η ομορφιά της έκανε την ηρωίδα μας να υποφέρει άδικα.
   Οι μαθητές:

Παράσχος Εμμανουήλ, Περγάμαλη Αθανασία, Πολυζωγοπούλου Αικατερίνη, Πράπα Αδαμαντία, Ραχούτης Εμμανουήλ, Ρεκλείτη Αγγελική, Ρουμελιώτη Θεοπίστη, Σακίρι Ρεγγίνα, Σορωνιάτη Ειρήνη, Σούλη Βασιλική, Σουλιολάρης Ιωάννης, Σπυριδάκος Δημήτριος, Σταθοπούλου Ασπασία, Στεφάνου Νεφέλη, Συκινιώτης Αθανάσιος, Τσακίρη Ευαγγελία, Τσιλιγκάνος Κων/νος, Φανουράκη Γεωργία, Φουντής Ιωάννης, Χαλκίτης Αγγγελής, Χαραλάμπους Χαράλαμπος,  Χότζα Ελιζαμπέτα.

 

 

Βιβλιογραφία

  1. J.P.V.DBALSDON, Ρωμαίες γυναίκες, μετάφρ. Ν. Πετρόχειλου, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήναι 1982.
  2. ROBERTFLACELIERE, Oδημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, μετάφρ. Γεράσιμου Βανδώρου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1990.
  3. Αναγνωστόπουλου Β, Ελληνικά Κάλαντα, εκδ Καστανιώτη.
  4. Αρχαία Ελλάδα. Ο τόπος και οι άνθρωποι, Ο.Ε.Δ.Β, 2004.
  5. Ευριπίδη Ελένη, μεταφρ. Τάσσου Ρούσσου, Ο.Ε.Δ.Β, 2006.
  6. Αιμιλίου Μιρώ, Η καθημερινή ζωή στην εποχή του Ομήρου, μετάφρ. Κ Παναγιώτου, εκδ Παπαδήμα, Αθήνα.