ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
Αν ήταν ανάγκη απ’ την αρχή, χωρίς περιφράσεις και εκτεταμένες αναλύσεις, να οριοθετήσω τη θέση και την αξία του έργου του Νίκου Γκάτσου στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, θα έλεγα πως είναι ένα από τα σπάνια εκείνα κεντρικά δημιουργήματα που συμβάλλουνε κατά πρώτο λόγο, στη διαμόρφωση σταθερών αντικειμενικών γνωρισμάτων
μιας πραγματικά νέας στιχουργικής αντίληψης και κατά δεύτερο, στην καθαρή ποιητική έκφραση μιας αυτοτελούς προσωπικής φωνής.    Μολονότι ανήκω σε κείνους που, από την πρώτη κι όλας στιγμή, είχανε επισημάνει την τεράστια σημασία της παρουσίας και της προσφοράς του Νίκου Γκάτσου στο ελληνικό τραγούδι, εντούτοις αισθάνομαι πόσο δύσκολα θα μπορέσω να διατυπώσω λιτά και άμεσα τα όσα θέλω να πω γι’ αυτήν στα πλαίσια μιας εκδήλωσης που η οικονομία του χρόνου της δεν προσφέρεται για λεπτομερείς και εξειδικευμένες προσεγγίσεις.
Άλλωστε τα τραγούδια που θ’ ακουστούν σε λίγο**, είναι ικανά από μόνα τους να πουν πολλά περισσότερα απ’ οποιαδήποτε μελέτη και ανάλυση, ακόμα και την πιο εμβριθή και βαθυστόχαστη.  Έτσι, με πολύ συντομία, θα προσπαθήσω να διατυπώσω ορισμένες γενικές σκέψεις για ένα έργο και μια προσφορά που σε κάποια άλλη περίπτωση και από κάποιο άλλο βήμα, θα απαιτούσαν διεξοδική έρευνα, ενδελεχή μελέτη και λεπτομερειακή ανάλυση.Πριν όμως μιλήσω για το στιχουργό Νίκο Γκάτσο, πρέπει πρώτα- πρώτα ν’ αναφερθώ στον ποιητή Νίκο Γκάτσο, γιατί η δουλειά του στο τραγούδι έχει στενή σχέση και πρώτου βαθμού συγγένεια με την ποίηση. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι ο πλούτος κι ο ποιητικός θησαυρός της μεγάλης και μοναδικής ποιητικής του σύνθεσης "Αμοργός" ελλοχεύει ευφυώς κρυφά ή φανερά και με αμέτρητους τρόπους στα τραγούδια του.   Η ανεπανάληπτη και ευτυχισμένη, για τα ελληνικά γράμματα, ποιητική αυτή στιγμή του Νίκου Γκάτσου, που τον έχει κατατάξει στην πρώτη και κορυφαία σειρά των δημιουργών της σύγχρονης ποίησής μας, είναι ένα αμάλγαμα που περιέχει εξίσου το χρυσάφι της ελληνικής παράδοσης και την ευρωπαϊκή θητεία του μεσοπολέμου. Αναδεικνύει απ’ τη μια πλευρά, τη βαθειά γνώση και αγάπη του για το δημοτικό μας τραγούδι, κι απ’ την άλλη τις επιδράσεις που δέχτηκε από την υπερρεαλιστική ποίηση.    Άλλωστε η "Αμοργός" δεν είναι παρά η έγνοια και η πρόθεση του ποιητή, να διατρέξει και να καταγράψει τον ελλαδικό χώρο, τους ανθρώπους και την ιστορική τους περιπέτεια, καταφεύγοντας στην αποταμίευση του δικού μας λαογραφικού πλούτου και της σοφίας που αυτός εμπεριέχει, αλλά και στην επαναστατική και ελεύθερη σκέψη της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας που εκφράστηκε με τον υπερρεαλισμό και τις ποιητικές του καταθέσεις.
   Ο στιχουργός, ο τραγουδοποιός, λοιπόν, Νίκος Γκάτσος, προέρχεται από τον ποιητή. Όλα τα πανάκριβα και θεμελιώδη στοιχεία της ποίησής του, περιέχονται με ποικίλους ευρηματικούς τρόπους στα θαυμάσια τραγούδια του. Τραγούδια που αφύπνισαν τη νεοελληνική ευαισθησία έτσι όπως κείτονταν μισοπεθαμένη στο άγονο έδαφος της στείρας αισθηματολογίας των στιχουργικών φληναφημάτων της επιθεώρησης, της οπερέτας και της μετέπειτα περιόδου.
   Η διαφορά του Γκάτσου από τους ομότεχνούς του, έγκειται στο γεγονός ότι όταν αυτός γράφει στίχους για να κάνει τραγούδια, παραμένει ποιητής, ενώ οι άλλοι κι όταν ακόμα προσπαθούν με τους στίχους τους να πλησιάσουν την ποίηση, παραμένουν στιχουργοί.
   Ο Γκάτσος άνοιξε νέους δρόμους στο ελληνικό τραγούδι, διεύρυνε τους ορίζοντές του, ανανέωσε τη μορφή και το περιεχόμενό του, προσκομίζοντας μια εντελώς νέα αισθητική άποψη.
   Όσον αφορά στη μορφή, τα τραγούδια του έχουν ποικιλία ρυθμών που είναι αποτέλεσμα πολλαπλών συνδυασμών των μετρικών σχημάτων. Δεν περιορίζονται μόνο στην πάγια και σταθερή μετρική αντίληψη που υποτάσσεται στο κλασσικό τετράστιχο των οκτώ και επτά συλλαβών ανά στίχο αντίστοιχα: κάτι δηλαδή που χαρακτηρίζει τη μεγαλύτερη πλειοψηφία των ελληνικών τραγουδιών. Στα τραγούδια του Γκάτσου συναντάμε πεντάστιχα, εξάστιχα, επτάστιχα, οκτάστιχα, ακόμα και εννιάστιχα με πλήθος συνδυασμών όσον αφορά στον αριθμό των συλλαβών ανά στίχο. Αυτές οι μετρικές και οι αριθμητικά αντίστοιχες συλλαβικές ποικιλίες, διευθετημένες με άριστο τρόπο και άψογη τεχνική, δημιουργούν νέες προσωδίες και προσδίδουν νέες δυνατότητες στη μελοποίηση.
   Ένα άλλο στοιχείο, εκτός από το ρυθμό και το μέτρο, που συντελεί στη μορφολογική αρτιότητα των τραγουδιών του, είναι η απόλυτη ομοιοκαταληξία. Ο Γκάτσος είναι ένας απαράμιλλος μάστορας της ρίμας που στοχεύει πάντα στην ουσία της λειτουργίας του τραγουδιού, άλλοτε με ευρηματικό οίστρο και άλλοτε με παιγνιώδη διάθεση. Και είναι αυτό ακριβώς το ανεξάντλητο παιχνίδι της ρίμας που προσδίδει στα τραγούδια του μια γνήσια λαϊκότητα.
   Το μεγαλείο, όμως, των τραγουδιών του, βρίσκεται στο περιεχόμενο. Τα θέματά τους και ο τρόπος που δίνονται είναι σε πλήρη διάσταση με οτιδήποτε προηγούμενο. Με τη στιχουργική του Γκάτσου πραγματοποιήθηκε το νέο τραγούδι, που περισσότερο από κάθε άλλη φορά δίνει μια κυρίαρχη θέση στην ποίηση, την αφήνει να προπορεύεται. Το νόημα, ο μύθος, το συναίσθημα, η κεντρική άποψη, ο άνθρωπος, η φύση μετατοπιστήκανε στο εσωτερικό του τραγουδιού. Δεν προπορεύονται, ακολουθούν την ποίηση η οποία μας προσφέρεται άφθονη, άμεση, πυκνή.
   Από τα τραγούδια του Γκάτσου αναβλύζει ένας ποιητικός ανθώνας που λες και βλασταίνει στον κήπο μιας άλλης Ελλάδας, που εκφράζεται και τραγουδάει μ’ ένα νέο τρόπο. Όχι αυτής που μόνιμα και μονότονα υμνεί, σχεδόν μόνο, τη φύση και τον έρωτα με πανσέδες και γιούλια -συνήθως μαραμένα - αλλά εκείνης που στη γη της φυτρώνουν το φλισκούνι, η άγρα μέντα, το θυμάρι, ο δυόσμος, το δεντρολίβανο, ο κατηφές, ο βασιλικός, το αγιόκλημα το κυκλάμινο, η μαντζουράνα, το τριφύλλι, το χρυσάνθεμο.
   Μόνιμα επίσης μοτίβα στα θέματα των τραγουδιών του είναι τα πουλιά, τα ζώα, τα ονόματα πόλεων και νησιών, ο ουρανός και τα ουράνια σώματα.
Το πρωταρχικό όμως εδώ είναι ότι από τη σύνθεση όλων αυτών των στοιχείων της μορφής και του περιεχομένου, αναδύεται ένας καθαρός ποιητικός λόγος που δεν υπήρχε στο ελληνικό τραγούδι πριν την εμφάνιση του Νίκου Γκάτσου. Τραγούδια όπως αυτά από τη "Μυθολογία", την "Αθανασία", τα "Παράλογα", το "Νυν και Αεί" τους "Μύθους μιας γυναίκας" τις "Μέρες επιταφίου", το "Χάρτινο φεγγαράκι" και τόσα άλλα, είναι διαμάντια μιας μοναδικής και πρωτοπόρας τέχνης που κινητοποιεί με ξεχωριστή ευαισθησία το μηχανισμό της ψυχής μας. Με τα τραγούδια του Γκάτσου και μέσα από τη διαδικασία της συγκίνησης, μάθαμε τον τόπο μας, ήρθαμε σ’ επαφή με τις ιδιαιτερότητες της φύσης του, γνωρίσαμε τους ανθρώπους και τις περιπέτειές τους και θα τολμούσα, με κάποιες επιφυλάξεις, να πω ότι όλα όσα μας είπε αυτός με τους στίχους του, δεν κατάφερε να τα πει η πεζογραφία του καιρού του.
Με τη στιχουργική του ο Γκάτσος αναδεικνύεται όχι μόνο ο σημαντικότερος και διαχρονικότερος τραγουδοποιός του τόπου μας, αλλά κι ένας σοφός δάσκαλος ο οποίος, ανάμεσα στα πολλά άλλα, μας δίδαξε ότι η αληθινή κι η μεγάλη τέχνη δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των λόγιων προσεγγίσεων, αλλά και των ταπεινών μορφών έκφρασης. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε αυτό που έλεγε κι ο ίδιος: "Προτιμώ την ταπεινή τέχνη που λειτουργεί , παρά την υψηλή που σκονίζεται στις βιβλιοθήκες".