ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
Αν ήταν ανάγκη απ? την αρχή, χωρίς περιφράσεις και εκτεταμένες αναλύσεις, να οριοθετήσω τη θέση και την αξία του έργου του Νίκου Γκάτσου στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, θα έλεγα πως είναι ένα από τα σπάνια εκείνα κεντρικά δημιουργήματα που συμβάλλουνε κατά πρώτο λόγο, στη διαμόρφωση σταθερών αντικειμενικών γνωρισμάτων
μιας πραγματικά νέας στιχουργικής αντίληψης και κατά δεύτερο, στην καθαρή ποιητική έκφραση μιας αυτοτελούς προσωπικής φωνής.    Μολονότι ανήκω σε κείνους που, από την πρώτη κι όλας στιγμή, είχανε επισημάνει την τεράστια σημασία της παρουσίας και της προσφοράς του Νίκου Γκάτσου στο ελληνικό τραγούδι, εντούτοις αισθάνομαι πόσο δύσκολα θα μπορέσω να διατυπώσω λιτά και άμεσα τα όσα θέλω να πω γι? αυτήν στα πλαίσια μιας εκδήλωσης που η οικονομία του χρόνου της δεν προσφέρεται για λεπτομερείς και εξειδικευμένες προσεγγίσεις.
Άλλωστε τα τραγούδια που θ? ακουστούν σε λίγο**, είναι ικανά από μόνα τους να πουν πολλά περισσότερα απ? οποιαδήποτε μελέτη και ανάλυση, ακόμα και την πιο εμβριθή και βαθυστόχαστη.  Έτσι, με πολύ συντομία, θα προσπαθήσω να διατυπώσω ορισμένες γενικές σκέψεις για ένα έργο και μια προσφορά που σε κάποια άλλη περίπτωση και από κάποιο άλλο βήμα, θα απαιτούσαν διεξοδική έρευνα, ενδελεχή μελέτη και λεπτομερειακή ανάλυση.Πριν όμως μιλήσω για το στιχουργό Νίκο Γκάτσο, πρέπει πρώτα- πρώτα ν? αναφερθώ στον ποιητή Νίκο Γκάτσο, γιατί η δουλειά του στο τραγούδι έχει στενή σχέση και πρώτου βαθμού συγγένεια με την ποίηση. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι ο πλούτος κι ο ποιητικός θησαυρός της μεγάλης και μοναδικής ποιητικής του σύνθεσης "Αμοργός" ελλοχεύει ευφυώς κρυφά ή φανερά και με αμέτρητους τρόπους στα τραγούδια του.   Η ανεπανάληπτη και ευτυχισμένη, για τα ελληνικά γράμματα, ποιητική αυτή στιγμή του Νίκου Γκάτσου, που τον έχει κατατάξει στην πρώτη και κορυφαία σειρά των δημιουργών της σύγχρονης ποίησής μας, είναι ένα αμάλγαμα που περιέχει εξίσου το χρυσάφι της ελληνικής παράδοσης και την ευρωπαϊκή θητεία του μεσοπολέμου. Αναδεικνύει απ? τη μια πλευρά, τη βαθειά γνώση και αγάπη του για το δημοτικό μας τραγούδι, κι απ? την άλλη τις επιδράσεις που δέχτηκε από την υπερρεαλιστική ποίηση.    Άλλωστε η "Αμοργός" δεν είναι παρά η έγνοια και η πρόθεση του ποιητή, να διατρέξει και να καταγράψει τον ελλαδικό χώρο, τους ανθρώπους και την ιστορική τους περιπέτεια, καταφεύγοντας στην αποταμίευση του δικού μας λαογραφικού πλούτου και της σοφίας που αυτός εμπεριέχει, αλλά και στην επαναστατική και ελεύθερη σκέψη της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας που εκφράστηκε με τον υπερρεαλισμό και τις ποιητικές του καταθέσεις.
   Ο στιχουργός, ο τραγουδοποιός, λοιπόν, Νίκος Γκάτσος, προέρχεται από τον ποιητή. Όλα τα πανάκριβα και θεμελιώδη στοιχεία της ποίησής του, περιέχονται με ποικίλους ευρηματικούς τρόπους στα θαυμάσια τραγούδια του. Τραγούδια που αφύπνισαν τη νεοελληνική ευαισθησία έτσι όπως κείτονταν μισοπεθαμένη στο άγονο έδαφος της στείρας αισθηματολογίας των στιχουργικών φληναφημάτων της επιθεώρησης, της οπερέτας και της μετέπειτα περιόδου.
   Η διαφορά του Γκάτσου από τους ομότεχνούς του, έγκειται στο γεγονός ότι όταν αυτός γράφει στίχους για να κάνει τραγούδια, παραμένει ποιητής, ενώ οι άλλοι κι όταν ακόμα προσπαθούν με τους στίχους τους να πλησιάσουν την ποίηση, παραμένουν στιχουργοί.
   Ο Γκάτσος άνοιξε νέους δρόμους στο ελληνικό τραγούδι, διεύρυνε τους ορίζοντές του, ανανέωσε τη μορφή και το περιεχόμενό του, προσκομίζοντας μια εντελώς νέα αισθητική άποψη.
   Όσον αφορά στη μορφή, τα τραγούδια του έχουν ποικιλία ρυθμών που είναι αποτέλεσμα πολλαπλών συνδυασμών των μετρικών σχημάτων. Δεν περιορίζονται μόνο στην πάγια και σταθερή μετρική αντίληψη που υποτάσσεται στο κλασσικό τετράστιχο των οκτώ και επτά συλλαβών ανά στίχο αντίστοιχα: κάτι δηλαδή που χαρακτηρίζει τη μεγαλύτερη πλειοψηφία των ελληνικών τραγουδιών. Στα τραγούδια του Γκάτσου συναντάμε πεντάστιχα, εξάστιχα, επτάστιχα, οκτάστιχα, ακόμα και εννιάστιχα με πλήθος συνδυασμών όσον αφορά στον αριθμό των συλλαβών ανά στίχο. Αυτές οι μετρικές και οι αριθμητικά αντίστοιχες συλλαβικές ποικιλίες, διευθετημένες με άριστο τρόπο και άψογη τεχνική, δημιουργούν νέες προσωδίες και προσδίδουν νέες δυνατότητες στη μελοποίηση.
   Ένα άλλο στοιχείο, εκτός από το ρυθμό και το μέτρο, που συντελεί στη μορφολογική αρτιότητα των τραγουδιών του, είναι η απόλυτη ομοιοκαταληξία. Ο Γκάτσος είναι ένας απαράμιλλος μάστορας της ρίμας που στοχεύει πάντα στην ουσία της λειτουργίας του τραγουδιού, άλλοτε με ευρηματικό οίστρο και άλλοτε με παιγνιώδη διάθεση. Και είναι αυτό ακριβώς το ανεξάντλητο παιχνίδι της ρίμας που προσδίδει στα τραγούδια του μια γνήσια λαϊκότητα.
   Το μεγαλείο, όμως, των τραγουδιών του, βρίσκεται στο περιεχόμενο. Τα θέματά τους και ο τρόπος που δίνονται είναι σε πλήρη διάσταση με οτιδήποτε προηγούμενο. Με τη στιχουργική του Γκάτσου πραγματοποιήθηκε το νέο τραγούδι, που περισσότερο από κάθε άλλη φορά δίνει μια κυρίαρχη θέση στην ποίηση, την αφήνει να προπορεύεται. Το νόημα, ο μύθος, το συναίσθημα, η κεντρική άποψη, ο άνθρωπος, η φύση μετατοπιστήκανε στο εσωτερικό του τραγουδιού. Δεν προπορεύονται, ακολουθούν την ποίηση η οποία μας προσφέρεται άφθονη, άμεση, πυκνή.
   Από τα τραγούδια του Γκάτσου αναβλύζει ένας ποιητικός ανθώνας που λες και βλασταίνει στον κήπο μιας άλλης Ελλάδας, που εκφράζεται και τραγουδάει μ? ένα νέο τρόπο. Όχι αυτής που μόνιμα και μονότονα υμνεί, σχεδόν μόνο, τη φύση και τον έρωτα με πανσέδες και γιούλια -συνήθως μαραμένα - αλλά εκείνης που στη γη της φυτρώνουν το φλισκούνι, η άγρα μέντα, το θυμάρι, ο δυόσμος, το δεντρολίβανο, ο κατηφές, ο βασιλικός, το αγιόκλημα το κυκλάμινο, η μαντζουράνα, το τριφύλλι, το χρυσάνθεμο.
   Μόνιμα επίσης μοτίβα στα θέματα των τραγουδιών του είναι τα πουλιά, τα ζώα, τα ονόματα πόλεων και νησιών, ο ουρανός και τα ουράνια σώματα.
Το πρωταρχικό όμως εδώ είναι ότι από τη σύνθεση όλων αυτών των στοιχείων της μορφής και του περιεχομένου, αναδύεται ένας καθαρός ποιητικός λόγος που δεν υπήρχε στο ελληνικό τραγούδι πριν την εμφάνιση του Νίκου Γκάτσου. Τραγούδια όπως αυτά από τη "Μυθολογία", την "Αθανασία", τα "Παράλογα", το "Νυν και Αεί" τους "Μύθους μιας γυναίκας" τις "Μέρες επιταφίου", το "Χάρτινο φεγγαράκι" και τόσα άλλα, είναι διαμάντια μιας μοναδικής και πρωτοπόρας τέχνης που κινητοποιεί με ξεχωριστή ευαισθησία το μηχανισμό της ψυχής μας. Με τα τραγούδια του Γκάτσου και μέσα από τη διαδικασία της συγκίνησης, μάθαμε τον τόπο μας, ήρθαμε σ? επαφή με τις ιδιαιτερότητες της φύσης του, γνωρίσαμε τους ανθρώπους και τις περιπέτειές τους και θα τολμούσα, με κάποιες επιφυλάξεις, να πω ότι όλα όσα μας είπε αυτός με τους στίχους του, δεν κατάφερε να τα πει η πεζογραφία του καιρού του.
Με τη στιχουργική του ο Γκάτσος αναδεικνύεται όχι μόνο ο σημαντικότερος και διαχρονικότερος τραγουδοποιός του τόπου μας, αλλά κι ένας σοφός δάσκαλος ο οποίος, ανάμεσα στα πολλά άλλα, μας δίδαξε ότι η αληθινή κι η μεγάλη τέχνη δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των λόγιων προσεγγίσεων, αλλά και των ταπεινών μορφών έκφρασης. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε αυτό που έλεγε κι ο ίδιος: "Προτιμώ την ταπεινή τέχνη που λειτουργεί , παρά την υψηλή που σκονίζεται στις βιβλιοθήκες".

ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ    Υπάρχουν δυο τρόποι προσέγγισης και εξέτασης της ζωής, του έργου και της προσφοράς ενός δημιουργού. Ο πρώτος είναι αυτός που περιορίζεται και εξαντλείται στο πότε και που γεννήθηκε, που μεγάλωσε και έζησε, πότε και ποια ήταν η επαφή με το αντικείμενο της τέχνης του, πότε έκανε εκείνο ή το άλλο πράγμα, πότε και κάτω από ποιες συνθήκες και περιστάσεις έγραψε εκείνο ή το άλλο έργο κλπ. Ένας τρόπος δηλαδή καθαρά ληξιαρχικός.
   Ο δεύτερος είναι εκείνος που μελετά και φωτίζει το βαθύτερο νόημα της ζωής και της ύπαρξής του, την ουσία του έργου του και τη μεγάλη αξία και σημασία της προσφοράς του. Στη σύντομη και εντελώς συνοπτική αναφορά μου στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και το έργο της θα προτιμήσω να ακολουθήσω το δεύτερο τρόπο αφήνοντας τον άλλον, τον ληξιαρχικό, στους βιογράφους και τους συλλέκτες που, ειρήσθω εν παρόδω, είναι ένα είδος το οποίο ευδοκιμεί εν αφθονία στον τόπο μας...
   Πριν από όλα, θα πρέπει να πούμε με βεβαιότητα ότι η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου είναι μια κορυφαία στιχουργός του λαϊκού μας τραγουδιού. Και το συμπέρασμα αυτό βγαίνει άσφαλτα και αβίαστα μόνο και μόνο από το ίδιο το έργο της, από τα ίδια τα τραγούδια της. Το λέω αυτό διότι πολλές φορές η μυθολογία που δημιουργείται γύρω από το πρόσωπο ενός καλλιτέχνη παίζει καθοριστικό ρόλο έτσι ώστε αυτός να αποκτήσει ένα μεγάλο όνομα στην τέχνη που εξασκεί. Ένα όνομα το οποίο όμως ενίοτε ίσως να είναι δυσανάλογο με την αξία του έργου του και να μην ανταποκρίνεται στις διαστάσεις του. Είναι γνωστό άλλωστε ότι στον τόπο μας έχουμε την υπερβολική τάση να μυθοποιούμε πρόσωπα και καταστάσεις. Έχουμε την κακή συνήθεια να μεγιστοποιούμε αβασάνιστα την αξία και το έργο ορισμένων δημιουργών με κριτήρια άσχετα από το αντικείμενο της τέχνης τους. Και το κάνουμε αυτό επειδή τις περισσότερες φορές εισπράττουμε με εξαιρετική ευκολία τον μύθο παρά την πραγματικότητα. Την αίγλη που συνοδεύει το όνομα ενός καλλιτέχνη παρά την ουσία και την αξία της δουλειάς του. Δίνουμε περισσότερη σημασία στην ζωή και στην προσωπική διαδρομή και περιπέτεια ενός δημιουργού, παρά στο ίδιο το έργο του. Αξιολογούμε περισσότερο όλα όσα περιβάλλουν αυτό το έργο και λιγότερο την αισθητική του αξία.
   Είναι γεγονός και δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε ότι η πολυτάραχη και γεμάτη βάσανα και πάθη ζωή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου στάθηκε η αιτία ώστε να δημιουργηθεί ένας μύθος, ένα φωτοστέφανο γύρω από το πρόσωπό της. Η ξεχωριστή και μοναδική περιπέτειά της στην πιάτσα του τραγουδιού, η άδολη και αθώα συμπεριφορά της στο παζάρι της καθημερινής συναλλαγής, η άγρια εκμετάλλευση και οικειοποίηση ενός μεγάλου μέρους της δουλειάς της από επιτήδειους μουσικούς του επαγγέλματος προκάλεσαν ένα κύμα συμπάθειας γι? αυτήν που ερέθισαν τη λαϊκή ευαισθησία και κινητοποίησαν σε μεγάλο βαθμό τη φαντασία, με αποτέλεσμα η δουλειά της να κρίνεται περισσότερο σε συνάρτηση με όλα αυτά και λιγότερο με βάση την ίδια την αξία της. Δεν έχω πρόθεση να μηδενίσω ούτε καν να ελαχιστοποιήσω τη σημασία που έχουν όλα όσα συμπληρώνουν τη συνολική εικόνα ενός δημιουργού. Θέλω απλά να τονίσω, και μάλιστα με κατηγορηματικό τρόπο, ότι η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου είναι πράγματι κορυφαία και μεγάλη λαϊκή στιχουργός όχι εξαιτίας όλων αυτών που αναφέρθηκαν παραπάνω, αλλά εξαιτίας του έργου της. Ενός έργου που άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στο λαϊκό μας τραγούδι. Ενός έργου που παραμένει ακόμα και σήμερα αρυτίδωτο, όχι εξαιτίας της μυθολογίας και του φωτοστέφανου που δημιουργήθηκε γύρω από το πρόσωπό της, αλλά εξαιτίας των πανέμορφων τραγουδιών της. Τραγουδιών που πέρασαν στα χείλη του λαού μας γιατί έχουν αντίκρισμα ζωής. Τραγουδιών που αφήνουν μια γλυκόπικρη γεύση στην ψυχή μας καθώς τα ψιθυρίζουμε, τραγουδιών που άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου και εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να μας ευφραίνουν.
   Είναι μακρύς ο κατάλογος των τραγουδιών της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου όπως επίσης είναι μακρύς και ο κατάλογος με τις μεγάλες ανεπανάληπτες επιτυχίες της. Επιτυχίες όμως που από οικονομική άποψη δεν μπόρεσαν τότε να της εξασφαλίσουν ούτε τα απαραίτητα προς το ζην , γιατί είναι γνωστό ότι η Παπαγιαννοπούλου πουλούσε τα τραγούδια της στην κυριολεξία για ένα κομμάτι ψωμί. Έγραφε ασταμάτητα σκορπώντας άστοργα από δω και από κει τους στίχους της, δηλαδή την ψυχή της, για να πλουτίζουν άλλοι, ενώ η ίδια ήταν μονίμως απένταρη. Φαίνεται ότι από τη μια πλευρά η ευκολία της να γράφει τραγούδια και από την άλλη η μεγάλη αδυναμία της να θέλει να ικανοποιεί καθημερινά τα ανθρώπινα πάθη της την οδηγούσαν σ? αυτή την τόσο επιπόλαια και άδικη για τον εαυτό της συναλλαγή.
Ίσως πάλι επειδή δεν γνώριζε απ? την καλή κι απ? την ανάποδη τη λογική της αγοράς του τραγουδιού και δεν μπόρεσε ποτέ να γίνει ψυχρή επαγγελματίας, εκχωρούσε όχι μόνο τα τραγούδια της , αλλά και όλα τα πνευματικά της δικαιώματα, σε διάφορους μουσικούς, αντί πινακίου φακής. Έζησε με το παράπονο της αδικημένης και της ανήμπορης να προστατεύσει τον εαυτό της, εξασφαλίζοντας ένα μεροκάματο για να ζήσει.
   Όλα αυτά, μαζί με τα βάσανα, τις ατυχίες, τις οδυνηρές απώλειες αγαπημένων της προσώπων, την πλήγωσαν βαθιά και γέμισαν την ψυχή της με πίκρα. Στη ζωή της περίσσευαν οι λύπες και οι χαρές ήταν πολύ λίγες. Όλη αυτή η πίκρα, ο πόνος , τα βάσανα, όλη αυτή η φουρτούνα της ψυχής της, είναι διάχυτη, είναι αποτυπωμένη στα τραγούδια της. Μπορεί αυτό να είναι χιλιοειπωμένο, μπορεί ν? ακούγεται μελοδραματικό, είναι όμως αλήθεια. Η σχέση της Παπαγιαννοπούλου με τα τραγούδια της, είναι σχέση βιωματική, όπως βιωματική είναι και η σχέση του κοινού μ? αυτά τα τραγούδια. Δεν είναι τυχαία, άλλωστε, η μεγάλη απήχηση που έχουν και μάλιστα ιδιαίτερα στις λαϊκές μάζες, οι οποίες εισπράττουν με δικαιολογημένη ευκολία και αμεσότητα τα συναισθήματα που αυτά τα τραγούδια προκαλούν.
   Όμως η αμεσότητα και η απήχηση των τραγουδιών της, δεν οφείλεται μόνο στη βιωματική σχέση της μ? αυτά, αλλά και στη στιχουργική τους αρτιότητα. Στιχουργική αρτιότητα που απορρέει από το αναμφισβήτητο ταλέντο της καθώς και από την άψογη τεχνική της που απέκτησε από την προηγούμενη θητεία της σ? ένα είδος ποίησης το οποίο είναι ο προθάλαμος που οδηγεί απευθείας στο τραγούδι.
   Οι δύο ποιητικές συλλογές της: "Πνοές" και "Άρπα και φλογέρα", που προηγούνται από τη δουλειά της στο τραγούδι, υπήρξαν αναντίρρητα το προοίμιο γι? αυτήν την τόσο σημαντική κατάθεσή της. Ήταν ένας ισχυρός οπλισμός που την βοήθησε να κατακτήσει τις δυσκολίες της τεχνικής του τραγουδιού. Ήταν μια πνευματική προίκα που της έδωσε τη δυνατότητα να περάσει το άρωμα και τη γεύση της ποίησης μέσα στα τραγούδια της.
Η αγάπη κι ο θαυμασμός της στην ποίηση του Γρυπάρη και ιδιαίτερα του Κρυστάλλη, είναι κάτι που διακρίνεται εύκολα στη γεμάτη παιδική αθωότητα δική της ποιητική προσέγγιση. Άλλωστε, η συνεχής αναφορά και η επίκληση του ονόματος του Κρυστάλλη σ? ένα από τα ποιήματά της, δείχνει τη βαθειά επίδραση που δέχτηκε από την ποίησή του. Μια ποίηση της οποίας ο απόηχος έχει την καταγωγή του στο δημοτικό μας τραγούδι. Αυτή λοιπόν η στενή σχέση της Παπαγιαννοπούλου μ ?αυτό το ποιητικό είδος, η μακρόχρονη θητεία της στα εκφραστικά του μέσα, υπήρξαν τα στοιχεία που της άνοιξαν το δρόμο για να κατακτήσει με ευκολία και άνεση τη γλώσσα του λαϊκού τραγουδιού. Μια γλώσσα που πλουτίζεται από το ξεχωριστό και ιδιαίτερο προσωπικό της ύφος. Μια γλώσσα αυτόχρημα λαϊκή που απευθύνεται με ειλικρίνεια και αμεσότητα στην παρθενική ευαισθησία των απλών λαϊκών ανθρώπων, γιατί οι στίχοι των τραγουδιών της είναι λιτοί και στέρεοι σαν την καθημερινή κουβέντα.
   Στα τραγούδια της Παπαγιαννοπούλου, υπάρχει απόλυτη ισορροπία και αρμονία μορφής και περιεχομένου. Τα θέματά της, καθώς είναι απλά και παρμένα από τις καθημερινές ανθρώπινες έγνοιες και καταστάσεις, κλείνονται σε μια οικεία και γνώριμη μορφή, επίσης απλή, που υπακούει στις επιταγές της ρίμας. Έτσι αποκτούν μια μουσικότητα και έναν ρυθμό, που ανταποκρίνεται και αρμόζει στη γνησιότητα και αυθεντικότητα του λαϊκού τραγουδιού. Και στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε, πως ό,τι είναι γνήσιο και αυθεντικό, εκφράζει με τον καλύτερο τόπο ένα λαό. Και ό,τι εκφράζει ένα λαό, είναι και εθνικό. Γιατί εθνικό δεν είναι το πομπώδες και το μεγαλόσχημο, αλλά η εκάστοτε αλήθεια των αισθημάτων.-
   Τελειώνοντας αυτή τη σύντομη, την τηλεγραφική, θα έλεγα, αναφορά μου στη μοναδική και ανεπανάληπτη "γριά" του λαϊκού μας τραγουδιού, μου έρχεται στο νου μια φράση του κορυφαίου Αμερικανού ποιητή Έζρα Πάουντ. Μια φράση που ταιριάζει απόλυτα στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και που λέει ότι: η μεγάλη ποίηση τείνει να γίνει ένα ΤΡΑΓΟΥΔΙ.

**(Ο κ. ΚΩΣΤΑΣ ΜΥΛΩΝΑΣ παρουσίασε τους δύο στιχουργούς σε πολιτιστική εκδήλωση του Δήμου Χολαργού με τίτλο "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ-ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ" στις 25 Νοεμβρίου 2002)

Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΩΣΤΑΣ ΜΥΛΩΝΑΣ γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε μουσική στο Ελληνικό Ωδείο, απ? όπου αποφοίτησε με άριστα παμψηφεί. Μουσικές σπουδές έκανε επίσης στο Παρίσι. Έχει ασχοληθεί με όλα τα είδη μουσικής: μουσικής στο θέατρο και στον κινηματογράφο, τραγούδια.
Έγραψε μουσική σε αρκετά θεατρικά έργα και το 1978 πήρε το βραβείο μουσικής στο Θεατρική Φεστιβάλ Ιθάκης. Στον κινηματογράφο έγραψε μουσική σε πέντε ταινίες, δύο από τις οποίες βραβεύτηκαν στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και σε αντίστοιχα ξένα. Έχει γράψει πολλά τραγούδια σε στίχους Μενέλαου Λουντέμη Κωστούλας Μητροπούλου, Γιάννη Νεγρεπόντη, Άκου Δασκαλόπουλου, Μάνου Ελευθερίου, Ανδρέα Αγγελάκη, Στέλιου Γεράνη κ.α , 42 από τα οποία ηχογραφήθηκαν για τη δισκογραφία.
Επί σειρά ετών δίδαξε σε δραματικές, κινηματογραφικές σχολές και σε διάφορα σεμινάρια μουσικής και θεατρικής επιμόρφωσης. Υπήρξε μόνιμος συνεργάτης της ΕΡΤ πραγματοποιώντας εκπομπές αρχείου.
Το 1986 πήρε το βραβείο δοκιμίου του Δήμου Αθηναίων για τη μελέτη του Ιστορία του Ελληνικού Τραγουδιού (Κέδρος).
Βασική δραστηριότητά του όλα αυτά τα χρόνια, οι συναυλίες που πραγματοποιεί σε όλη την Ελλάδα και στις οποίες ανθολογεί τις κορυφαίες στιγμές από την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.
Η συγγραφική δραστηριότητά του περιλαμβάνει βιβλία τα οποία αποτελούν παρθενικές καταθέσεις στο χώρο της μελέτης και της ανάλυσης γύρω από την ελληνική μουσική όπως: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ (3 τόμοι: 1824-1960, 1960-1970, 1970-1980), ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ, Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ*, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ: ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΟΡΟΣΗΜΑ**.
Τα βιβλία αυτά αποτελούν έργα υψίστης λαογραφικής σημασίας, όπως επανειλημμένα έχει τονιστεί απ? όλα τα μέσα ενημέρωσης και από σημαντικούς παράγοντες της πνευματικής μας ζωής και της πανεπιστημιακής κοινότητας.
*(Εκδόσεις Κέδρος, Γενναδίου 3, τηλ.: 2103845817)
**(Εκδόσεις Νεφέλη, Ασκληπιού 6, τηλ.: 2103607744)
Κώστας Μυλωνάς