Ο ελληνικός τρόπος του σκέπτεσθαι δεν αντιβαίνει σε καμιά φιλοσοφική θεωρία (άλλωστε στους Έλληνες φιλοσόφους ποτέ δεν υπήρξε ομοφωνία, παράδειγμα οι κοσμολογικοί και οι ανθρωπολογικοί), ούτε η ελληνική τέχνη αρνείται επιρροές και αλληλεπιδράσεις με άλλους πολιτισμούς. Υπάρχει λοιπόν μια συνεχής παράδοση, η οποία καθορίζει αυτό που ονομάζεται ελληνικότητα. άλλωστε η ελληνικότητα ποτέ δεν ήταν δεδομένο αλλά ζητούμενο. Συνεπώς είναι ψευδοπρόβλημα το "ποιος είναι Έλληνας;". Κανείς σήμερα απόφοιτος του Δημοτικού σχολείου δε χρειάζεται να αναρωτηθεί για το ποιος είναι, άρα το θέμα ποτέ δεν είναι φυλετικό.
    Ο Σολωμός, και οι προγενέστεροι, ο Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Καβάφης, ο Σικελιανός και οι ποιητές της γενιάς του Τριάντα, όπως ονομάστηκαν, συντήρησαν αυτήν την επίγνωση χωρίς να αποκόπτονται από την ευρωπαϊκή παράδοση (αφού πάντοτε είχαν την αίσθηση πως η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη με την ξεχωριστή φυσιογνωμία της εκάστοτε) και από κανένα αξιόλογο ρεύμα. Στο βάθος με τη στάση αυτή, δυνάμωναν αυτό που ήξεραν ότι ήσαν: την ελληνικότητα τους, όπως οι άλλοι τόνιζαν τη δική τους φυσιογνωμία και ιδιαιτερότητα. Αρκετοί από τους ποιητές που ανέφερα, όπως και ο Ρήγας Φερραίος, έζησαν και εκτός Ελλάδος, όπου έλαβαν (και αξιολόγησαν αφομοιώνοντας) τα μηνύματα των καιρών και τις νέες αισθητικές. Και άσχετα από τις εκτιμήσεις (λαθεμένες υποστηρίζω) πως δεν ήξεραν καλά ελληνικά, νομίζω πως ήξεραν και έγραψαν τα ελληνικά καλύτερα από τους σοφολογιώτατους της ενδοχώρας. Η δεύτερη κατηγορία είναι των ημιμαθών, που δε θέλουν να τους αποκαλούν καθυστερημένους Ανατολίτες σε σχέση με τους Ευρωπαίους, ούτε παραδοσιακούς σε σχέση με τους προοδευτικούς (η οποία είναι ίσως και η μεγαλύτερη κατηγορία, που στέκεται συνήθως αδιάφορη στα τεκταινόμενα).
   Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία, των τοποθετημένων ενσυνείδητα κατά του ελληνισμού, εχθροί εκ των ένδον, που ανοίγουν κερκόπορτες στους αλλοεθνείς αρνητές του, κινούμενοι από ποικιλώνυμες ανθελληνικές δυνάμεις (οι οποίες συνήθως υπηρετούν σκοτεινά συμφέροντα) ή ιδεολογίες διεθνιστικές που αποδεικνύονται ανίκανες να λύσουν τα προβλήματα του ανθρώπου. Μέσα σ’ αυτούς λογαριάζω και αρκετούς πανεπιστημιακούς οι οποίοι με σοφιστείες, εν ονόματι της "επιστήμης", κουβαλούν νερό στο μύλο των ενσυνείδητων εχθρών του ελληνισμού από δόλο ενσυνείδητο ή ενδεχόμενο. Όμως η πλειοψηφία των Ελλήνων, έχουν συνείδηση της συνέχειας, κρατώντας τη γλώσσα του Ομήρου και των Μυκηναίων (για να θυμηθούμε τη Γραμμική Γραφή Β) και τρόπους ζωής του Ησιόδου και δεν αισθάνονται ενοχές γι’ αυτό. Έτσι, μπορεί να αγαπούν τη Δύση και την Ανατολή, τον Κινέζο και τον Ινδιάνο χωρίς διακρίσεις, σύμφωνα με το μέτρο των αξιών του ελληνικού πολιτισμού. Είναι συνεπώς σε θέση να εκτιμούν τον Κόντογλου και τον Παπαδιαμάντη, εξίσου με τον Χατζόπουλο, τον Θεοτόκη, τον Περικλή Γιαννόπουλο, τον Δραγούμη, τον Εμπειρίκο ή τους υπερρεαλιστές, άσχετα εάν αρνούνται εν όλω ή εν μέρει τις λαθεμένες τους απόψεις.