Ο ελληνικός τρόπος σκέψης δεν αποκλείει κανέναν εμπλουτισμό τού πολιτισμού με νέα ρεύματα από όπου και να προέρχονται. Επιστρέφοντας στον Ελύτη, παρατηρώ πως αρκετοί παρερμηνεύουν εσκεμμένα ή απερίσκεπτα τη στάση του. Όσοι αισθάνονται εχθρικοί προς την ελληνικότητα του, (πάσχοντας από μόνιμη και ανίατη γνωστική ανεπάρκεια) ξεμπερδεύουν εύκολα, κολλώντας του την επιγραφή του "Ευρωπαίου", λες και χρειάζεται κανείς οικόσημα και πιστοποιητικά από αφερέγγυους τρίτους για την ταυτότητα του, τη στιγμή που το έργο του (ποιήματα, δοκίμια, συνεντεύξεις, λόγοι) φωνάζουν για το αντίθετο. άλλωστε, τίποτε δεν αποκλείει σ? έναν ποιητή να είναι και πολίτης του κόσμου, ανεξάρτητα από την εθνικότητα του.
   Ο Ελύτης τους απαντάει πως μιλάει για την Ελλάδα χωρίς να είναι τοπικιστής και χωρίς αυτό να αποκλείει την ελληνικότητα του, πράγμα που παρατηρείται καθαρότερα στον "θούριο" του Ρήγα Φερραίου. Ο ποιητής φωνάζει πως: "όντας στον ελάχιστο βαθμό πατριώτης αγάπησα στον μέγιστο βαθμό την Ελλάδα", χτυπώντας μ? αυτόν τον τρόπο τους επίσημους Ελλαδικούς, όσο και τους Ευρωπαίους με την κατεψυγμένη ιστορία, προσθέτοντας, "ένοιωσα να είμαι έλληνας" και περιγράφοντας την Ελλάδα σαν μια συγκεκριμένη αίσθηση. "Στην θέση μας εκείνοι μπορεί και να ?χαν εξαφανισθεί για πάντα από το προσκήνιο της ιστορίας", λέει, συμπληρώνοντας απαισιόδοξα πως τελειώνει η εποχή της λογοτεχνίας των ανεξάρτητων λαών και πως μπαίνουμε στην εποχή της παραλογοτεχνίας των ευρωπαϊκών επαρχιών. Για τους μεγάλους της γης, και πρώτιστα για τους Ευρωπαίους, ο Ελύτης από το "ʼξιον Εστί" ως τα "Ανοιχτά Χαρτιά" λέει πως συντηρούνται με "προπαρασκευασμένους ορρούς πολιτισμού" και ο Ντέρεκ Ουόλκοτ (ο νομπελίστας των νησιών της Καραϊβικής) δηλώνει, "με κούρασε η Αμερική, είναι καιρός να γυρίσω στην Ελλάδα" στο τελευταίο καταφύγιο, τον Όμηρο. Πρέπει να κάνουμε το παν, λέει ο Ελύτης, ώστε "να υπάρξουν μια μέρα πέντε και δέκα Διονύσιοι Σολωμοί, έτσι που να εξαναγκαστούν οι άλλοι να προσέλθουν στα Νέα Ελληνικά, όπως τους εξανάγκασαν να προσέλθουν στα αρχαία οι Πίνδαροι και οι Ψάπφες". Τα πάθη τού ελληνισμού οδήγησαν τον ανέμελο Ελύτη, στο να γίνει εθνικός ποιητής (και έχουμε αρκετούς εθνικούς ποιητές σ? αυτή τη χώρα, πεθαμένους, ζωντανούς ή αγέννητους).
   Ο Ελύτης, "Έλλην εν μέσω των αγρίων", όπως λέει με το στόμα τού Αντιφωνητή στη "Μαρία Νεφέλη", συμπληρώνει πως: "Δεν σκαμπάζω γρυ από προπατορικά αμαρτήματα και άλλα των Δυτικών εφευρήματα" αποκαλύπτοντας ολόκληρη την ελληνική αθωότητα του. Η ζωή του, έμοιαζε με αρχαία προσωκρατική αρχόντισσα που ο θάνατος τη στόλισε με το στέμμα όλων των χρόνων τού ελληνισμού. Και η ζωή συνεχίζεται χωρίς εκείνον, αφού όπως έλεγε και ο ίδιος στην τελευταία του ποιητική συλλογή "Δυτικά της Λύπης", "το μικρό έαρ του έαρος δεν έχει τελειωμό". Κι ας λένε οι ζωντανοί πεθαμένοι τα δικά τους, είτε από καθέδρας (με τη βεβαιότητα της τεκμηριωμένης παρανάγνωσης), είτε από την αγορά (με τη βεβαιότητα της ατιμωρησίας) προστατευμένοι από την ελληνικότατη αρχή της ισηγορίας και της ανεκτικότητας.