Αποκοιμήθηκα, έχοντας ακόμα νωπή την αίσθηση του στίχου από το θάνατο του Ακρίτη: "Έχετε πάντοτε ας τον νουν μελέτην του θανάτου". Ονειρεύτηκα ένα Αιγαίο, φωτεινό, όλο νησιά, κορίτσια και γλαυκό χρώμα, ψάχνοντας να βρω λίγο λευκό περιθώριο εφημερίδας για ένα αυτόγραφο του Ο.Ελύτη. ενός ποιητή που μας άφησε φεύγοντας την ορφάνια,

όπως η απουσία κάποιου αγαπημένου προσώπου. Και βέβαια ενός στοχαστή, που εκτός από το Αιγαίο, πολύ μίλησε για το θάνατο και που "το λυρικό του απόθεμα, παρέμεινε ανεξάντλητο μέχρι τελευταίας πνοής", όπως έγραψε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης.
   Κι όπως συνήθως συμβαίνει σ’ ετούτον τον ευλογημένο τόπο, οι μεν πολλοί, γυρεύουν ν’ ακούσουν περισσότερα και να μάθουν γι’ αυτόν τον αναχωρητή των φθαρτών πραγμάτων, οι δε λίγοι (που όμως αλωνίζουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης) αντί να τους φωτίσουν, συσκοτίζουν τη σκέψη τους. Καλεσμένοι από παρουσιαστές είτε από δική τους πρωτοβουλία σπεύδουν και προσπαθούν πρόχειρα και εκ των ενόντων να μας ενημερώσουν υποτίθεται για την προσωπικότητα του νομπελίστα ποιητή μας και να διατυπώσουν κάποιες σκέψεις για τη ζωή και το έργο του, με αφορμή το φυσικό του θάνατο. Εννοώ σαφώς, τους διανοούμενους "που σκαρφαλώνουν στο ίδιο τους κεφάλι", όπως έγραψε ο Σεφέρης ή τους "νέους Αλεξανδρείς", όπως θα τους αποκαλούσε ο Ελύτης, χλευάζοντας με τη σειρά του, το νέο προσωπείο τους.
  Ζούμε σε εποχές που συμβαίνει το παράδοξο: διάσημοι ανά την υφήλιο άνθρωποι, όπως ο Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ, να θαυμάζουν την Ελλάδα, υπογραμμίζοντας την κυριαρχία της ελληνικής σκέψης τα τελευταία δυόμισι χιλιάδες χρόνια και οι νεοελληνιστές του Οχάιο (Έλληνες ή αλλοδαποί μαζί με τους ομόδοξους Ελλαδίτες) να μιλούν αόριστα για οικουμενικό ελληνισμό, απορρίπτοντας την ελλαδικότητα και την ελληνικότητα με βδελυγμία, λες και μπορούσε να υπάρξει ελληνισμός χωρίς Ελλάδα ή ελληνικότητα χωρίς Έλληνες.
   Ο Οδυσσέας Ελύτης, κυριαρχώντας στις ομηγύρεις αυτού του είδους, παρεμβαίνει με τα "Ανοιχτά Χαρτιά" του, ορίζοντας σοβαρά πως "η πρώτη αλήθεια είναι ο θάνατος. Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία". Ο Γκάλμπρεϊθ προσθέτει πως "οι άνθρωποι ποτέ δεν είναι ευχαριστημένοι με αυτό που έχουν, όσο μεγάλο κι αν είναι", εννοώντας τον ελληνικό πολιτισμό και υποδεικνύοντας πως οι ποιητές και οι συγγραφείς είναι οι βάσεις κάθε σκέψης, όπως ο Προυστ και ο Μέλβιλ για τη δική του. Η απουσία της φαντασίας σε αρκετούς από τους διανοούμενους (λογοτέχνες ή μη) που αρέσκονται στους "δημόσιους" διάλογους δικαιώνουν τον ποιητή που τους αποκαλούσε "ανάπηρους της πραγματικότητας". Πιστεύω πως αυτός ήταν ένας κύριος λόγος που αρνούνταν τις δημόσιες εκδηλώσεις και αυτός που γέννησε την επιθυμία του να μην εκφωνηθούν επικήδειοι όταν πεθάνει.


   Άλλωστε η αυθαιρεσία των ομιλητών αυτές τις στιγμές δεν έχει όρια. Εν ονόματι της ελευθερίας τού λόγου, της πρωτοτυπίας ή της φιλίας και γνωριμίας με τον ποιητή (ο ποιητής αδυνατεί να τους επιβεβαιώσει ή διαψεύσει) ακούμε τα πιο παράλογα και αλλόκοτα πράγματα για τον ποιητή και τη ζωή του. Είμαστε στ’ αλήθεια παράξενος κόσμος. Από τη μία δεινοπαθήσαμε από τους υπερσυντηρητικούς εθνικιστές και από την άλλη κινδυνεύουμε να βουλιάξουμε στη σκέψη αυτών των έξυπνων γραφιάδων, που προσπαθούν να γκρεμίσουν ό,τι διέσωσαν οι αιώνες, εν ονόματι του νεομοντερνισμού, του νυν και αεί προοδευτισμού, ή τού επιστημονικοφανούς λόγου της καθέδρας.
   Αυτού τού είδους οι στοχαστές τρέχουν με προθυμία να δηλώσουν στερεότυπα πως "έφυγε ο τελευταίος μεγάλος", επειδή οι ίδιοι είναι ασήμαντοι, (επιβεβαιώνοντας την άνοδο της Ασημαντότητας του Κ. Καστοριάδη) λες και πρόκειται ποτέ να σταματήσει η ζωή επί γης. Τους κατακλύζει η αλαζονεία πως οι σύγχρονοι και μεταγενέστεροι δεν έχουν τι να πουν, σκέψη που αποτελεί σύμπτωμα προϊούσας γήρανσης χωρίς δυνατότητα αναστροφής. Η αδυναμία δημιουργίας ενός επαρκούς πρωτότυπου λόγου ή πρωτογενούς σκέψης, η απαισιοδοξία και ο στείρος σκεπτικισμός, οδηγεί συνήθως τους μέτριους ανθρώπους και τους χαλασμένους γραμματιζούμενους σε ανατρεπτικές εκ του ασφαλούς θέσεις, αποκαθηλώνοντας τον ποιητή.
   Κάποιοι άλλοι μίλησαν και για τις ερωτικές του προτιμήσεις και ένας μας θύμισε πως έβριζε "σαν βαρκάρης του Βόλγα". άλλοι, βάλλουν εναντίον κάθε ελληνικότητας, επιστρατεύοντας ένα σωρό επιχειρήματα, ανόητα και βαρετά (πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι και αγοραίοι). Έτσι, η ελληνικότητα και τα συναφή, αποκαλούνται ιδεολογήματα και διαγράφεται ολόκληρη λογοτεχνική γενιά καθώς επίσης και μια στρατιά στοχαστών Ελλήνων από καταβολής ελληνισμού. Αυτοί οι ομιλητές ή "γράφοι", (όπως τους ονομάζει η φίλη μου Δανάη Στρατηγοπούλου), προσπαθούν να γκρεμίσουν όλο το οικοδόμημα αρχίζοντας από τη βάση, δηλαδή τη συνείδηση του, που είναι οι ποιητές.
   Στην ουσία τελικά ματαιοπονούν, αφού η αλήθεια, που βρίσκεται μέσα στη μακρόχρονη ποιητική παράδοση, είναι ακλόνητη. Όσοι παθαίνουν αλλεργία με ό,τι αποκαλείται "ελληνικό" (άσχετα εάν το ονομάζουν αλλιώς για να το κατασπαράξουν), κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες. Έτσι έχουμε τους αδαείς, που δεν έχουν ποτέ τους καταλάβει πως η "ελληνικότητα" είναι μια πρόταση ζωής, πολύεδρη, η οποία δεν παραγνωρίζει ούτε αντιμάχεται καμία φιλοσοφική άποψη ή επιθυμία για την εξήγηση των φαινομένων της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης ή ενός μέτρου ανθρώπινης συμπεριφοράς. Όπως ποτέ δεν πρόκειται να καταλάβουν ότι στην ουσία δεν υπάρχουν ξεχωριστοί κόσμοι της Δύσης ή της Ανατολής, απλώς στην ανθρώπινη σκέψη και εμπειρία ο χρόνος και ο τόπος υποκειμενικοποιούνται με άλλους ρυθμούς στα διάφορα γεωγραφικά σημεία τού πλανήτη, όλα όμως τείνουν προς το ενιαίο, όντας μέρος του. Είναι σφάλμα να ορίζουμε την έννοια της ελληνικότητας απλά ως μιαν επιστροφή στις ρίζες, ή ως εξακρίβωση μιας ταυτότητας μονάχα.
   Ο ελληνικός τρόπος του σκέπτεσθαι δεν αντιβαίνει σε καμιά φιλοσοφική θεωρία (άλλωστε στους Έλληνες φιλοσόφους ποτέ δεν υπήρξε ομοφωνία, παράδειγμα οι κοσμολογικοί και οι ανθρωπολογικοί), ούτε η ελληνική τέχνη αρνείται επιρροές και αλληλεπιδράσεις με άλλους πολιτισμούς. Υπάρχει λοιπόν μια συνεχής παράδοση, η οποία καθορίζει αυτό που ονομάζεται ελληνικότητα. άλλωστε η ελληνικότητα ποτέ δεν ήταν δεδομένο αλλά ζητούμενο. Συνεπώς είναι ψευδοπρόβλημα το "ποιος είναι Έλληνας;". Κανείς σήμερα απόφοιτος του Δημοτικού σχολείου δε χρειάζεται να αναρωτηθεί για το ποιος είναι, άρα το θέμα ποτέ δεν είναι φυλετικό.
    Ο Σολωμός, και οι προγενέστεροι, ο Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Καβάφης, ο Σικελιανός και οι ποιητές της γενιάς του Τριάντα, όπως ονομάστηκαν, συντήρησαν αυτήν την επίγνωση χωρίς να αποκόπτονται από την ευρωπαϊκή παράδοση (αφού πάντοτε είχαν την αίσθηση πως η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη με την ξεχωριστή φυσιογνωμία της εκάστοτε) και από κανένα αξιόλογο ρεύμα. Στο βάθος με τη στάση αυτή, δυνάμωναν αυτό που ήξεραν ότι ήσαν: την ελληνικότητα τους, όπως οι άλλοι τόνιζαν τη δική τους φυσιογνωμία και ιδιαιτερότητα. Αρκετοί από τους ποιητές που ανέφερα, όπως και ο Ρήγας Φερραίος, έζησαν και εκτός Ελλάδος, όπου έλαβαν (και αξιολόγησαν αφομοιώνοντας) τα μηνύματα των καιρών και τις νέες αισθητικές. Και άσχετα από τις εκτιμήσεις (λαθεμένες υποστηρίζω) πως δεν ήξεραν καλά ελληνικά, νομίζω πως ήξεραν και έγραψαν τα ελληνικά καλύτερα από τους σοφολογιώτατους της ενδοχώρας. Η δεύτερη κατηγορία είναι των ημιμαθών, που δε θέλουν να τους αποκαλούν καθυστερημένους Ανατολίτες σε σχέση με τους Ευρωπαίους, ούτε παραδοσιακούς σε σχέση με τους προοδευτικούς (η οποία είναι ίσως και η μεγαλύτερη κατηγορία, που στέκεται συνήθως αδιάφορη στα τεκταινόμενα).
   Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία, των τοποθετημένων ενσυνείδητα κατά του ελληνισμού, εχθροί εκ των ένδον, που ανοίγουν κερκόπορτες στους αλλοεθνείς αρνητές του, κινούμενοι από ποικιλώνυμες ανθελληνικές δυνάμεις (οι οποίες συνήθως υπηρετούν σκοτεινά συμφέροντα) ή ιδεολογίες διεθνιστικές που αποδεικνύονται ανίκανες να λύσουν τα προβλήματα του ανθρώπου. Μέσα σ’ αυτούς λογαριάζω και αρκετούς πανεπιστημιακούς οι οποίοι με σοφιστείες, εν ονόματι της "επιστήμης", κουβαλούν νερό στο μύλο των ενσυνείδητων εχθρών του ελληνισμού από δόλο ενσυνείδητο ή ενδεχόμενο. Όμως η πλειοψηφία των Ελλήνων, έχουν συνείδηση της συνέχειας, κρατώντας τη γλώσσα του Ομήρου και των Μυκηναίων (για να θυμηθούμε τη Γραμμική Γραφή Β) και τρόπους ζωής του Ησιόδου και δεν αισθάνονται ενοχές γι’ αυτό. Έτσι, μπορεί να αγαπούν τη Δύση και την Ανατολή, τον Κινέζο και τον Ινδιάνο χωρίς διακρίσεις, σύμφωνα με το μέτρο των αξιών του ελληνικού πολιτισμού. Είναι συνεπώς σε θέση να εκτιμούν τον Κόντογλου και τον Παπαδιαμάντη, εξίσου με τον Χατζόπουλο, τον Θεοτόκη, τον Περικλή Γιαννόπουλο, τον Δραγούμη, τον Εμπειρίκο ή τους υπερρεαλιστές, άσχετα εάν αρνούνται εν όλω ή εν μέρει τις λαθεμένες τους απόψεις.
   Ο ελληνικός τρόπος σκέψης δεν αποκλείει κανέναν εμπλουτισμό τού πολιτισμού με νέα ρεύματα από όπου και να προέρχονται. Επιστρέφοντας στον Ελύτη, παρατηρώ πως αρκετοί παρερμηνεύουν εσκεμμένα ή απερίσκεπτα τη στάση του. Όσοι αισθάνονται εχθρικοί προς την ελληνικότητα του, (πάσχοντας από μόνιμη και ανίατη γνωστική ανεπάρκεια) ξεμπερδεύουν εύκολα, κολλώντας του την επιγραφή του "Ευρωπαίου", λες και χρειάζεται κανείς οικόσημα και πιστοποιητικά από αφερέγγυους τρίτους για την ταυτότητα του, τη στιγμή που το έργο του (ποιήματα, δοκίμια, συνεντεύξεις, λόγοι) φωνάζουν για το αντίθετο. άλλωστε, τίποτε δεν αποκλείει σ’ έναν ποιητή να είναι και πολίτης του κόσμου, ανεξάρτητα από την εθνικότητα του.
   Ο Ελύτης τους απαντάει πως μιλάει για την Ελλάδα χωρίς να είναι τοπικιστής και χωρίς αυτό να αποκλείει την ελληνικότητα του, πράγμα που παρατηρείται καθαρότερα στον "θούριο" του Ρήγα Φερραίου. Ο ποιητής φωνάζει πως: "όντας στον ελάχιστο βαθμό πατριώτης αγάπησα στον μέγιστο βαθμό την Ελλάδα", χτυπώντας μ’ αυτόν τον τρόπο τους επίσημους Ελλαδικούς, όσο και τους Ευρωπαίους με την κατεψυγμένη ιστορία, προσθέτοντας, "ένοιωσα να είμαι έλληνας" και περιγράφοντας την Ελλάδα σαν μια συγκεκριμένη αίσθηση. "Στην θέση μας εκείνοι μπορεί και να ’χαν εξαφανισθεί για πάντα από το προσκήνιο της ιστορίας", λέει, συμπληρώνοντας απαισιόδοξα πως τελειώνει η εποχή της λογοτεχνίας των ανεξάρτητων λαών και πως μπαίνουμε στην εποχή της παραλογοτεχνίας των ευρωπαϊκών επαρχιών. Για τους μεγάλους της γης, και πρώτιστα για τους Ευρωπαίους, ο Ελύτης από το "ʼξιον Εστί" ως τα "Ανοιχτά Χαρτιά" λέει πως συντηρούνται με "προπαρασκευασμένους ορρούς πολιτισμού" και ο Ντέρεκ Ουόλκοτ (ο νομπελίστας των νησιών της Καραϊβικής) δηλώνει, "με κούρασε η Αμερική, είναι καιρός να γυρίσω στην Ελλάδα" στο τελευταίο καταφύγιο, τον Όμηρο. Πρέπει να κάνουμε το παν, λέει ο Ελύτης, ώστε "να υπάρξουν μια μέρα πέντε και δέκα Διονύσιοι Σολωμοί, έτσι που να εξαναγκαστούν οι άλλοι να προσέλθουν στα Νέα Ελληνικά, όπως τους εξανάγκασαν να προσέλθουν στα αρχαία οι Πίνδαροι και οι Ψάπφες". Τα πάθη τού ελληνισμού οδήγησαν τον ανέμελο Ελύτη, στο να γίνει εθνικός ποιητής (και έχουμε αρκετούς εθνικούς ποιητές σ’ αυτή τη χώρα, πεθαμένους, ζωντανούς ή αγέννητους).
   Ο Ελύτης, "Έλλην εν μέσω των αγρίων", όπως λέει με το στόμα τού Αντιφωνητή στη "Μαρία Νεφέλη", συμπληρώνει πως: "Δεν σκαμπάζω γρυ από προπατορικά αμαρτήματα και άλλα των Δυτικών εφευρήματα" αποκαλύπτοντας ολόκληρη την ελληνική αθωότητα του. Η ζωή του, έμοιαζε με αρχαία προσωκρατική αρχόντισσα που ο θάνατος τη στόλισε με το στέμμα όλων των χρόνων τού ελληνισμού. Και η ζωή συνεχίζεται χωρίς εκείνον, αφού όπως έλεγε και ο ίδιος στην τελευταία του ποιητική συλλογή "Δυτικά της Λύπης", "το μικρό έαρ του έαρος δεν έχει τελειωμό". Κι ας λένε οι ζωντανοί πεθαμένοι τα δικά τους, είτε από καθέδρας (με τη βεβαιότητα της τεκμηριωμένης παρανάγνωσης), είτε από την αγορά (με τη βεβαιότητα της ατιμωρησίας) προστατευμένοι από την ελληνικότατη αρχή της ισηγορίας και της ανεκτικότητας.
   Όποιος μπορεί να διαβάσει σωστά το δοκίμιο του Ελύτη για το γλύπτη Χρήστο Καπράλο, θα καταλάβει πόσο ο ποιητής είχε συλλάβει το ουσιώδες που το είχε ανακαλύψει στους τεχνίτες της Ανατολής (Αιγυπτίους, Μινωικούς, Πρωτοέλληνες, Βυζαντινούς) στα βάθη της ομαδικής ψυχής και στη μετατροπή της μνήμης σε παρόν, αποκαλύπτοντας την πλάνη της Δυτικής τέχνης που χρειάστηκαν αιώνες να αποτιναχτεί. Κι ας μην ξεχνάμε τα λόγια του: "Το φως και η ιστορία στην Ελλάδα είναι ένα και το ίδιο πράγμα". Και είναι λυπηρό, Έλληνες στοχαστές να στενεύουν τόσο πολύ τον ορίζοντα τους, αποκηρύσσοντας την ελληνικότητα, τη στιγμή που ποιητές όπως ένας από τους τελευταίους κατόχους τού Νόμπελ για την Ποίηση ο Σέιμους Χήνυ, δηλώνει πως θέλει να επανέλθει "στην αρχετυπική Ελλάδα" γιατί "το ελληνικό στοιχείο έχει γίνει μια ζωντανή δημιουργική βάση".
   Τελειώνοντας, θα ήθελα να υπενθυμίσω στους ενεδρεύοντες ανατόμους, γραμματολόγους, προκρούστειους γραμματικούς και όσους επιθυμούν να ξαπλώσουν το ζωντανό ποιητικό σώμα στο τραπέζι τους, πως το ποιητικό φαινόμενο λειτουργεί με τους δικούς του νόμους, άγνωστους και αδιευκρίνιστους, contra στην επιστημονική μας μέθοδο, τη λογική και τους κανόνες. Αυτό είναι κεφαλαιώδες. Και πως το έργο τού Οδυσσέα Ελύτη, ποτισμένο με το άρωμα της ελληνικότητας θα πλουτίζει την ευαισθησία μας με άλλες αισθήσεις. Κι ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης - ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του αιώνα μας - θα προχωρεί προς την αθανασία, αδιαφορώντας για οποιονδήποτε Κανόνα και οποιονδήποτε Χάρολντ Μπλούμ (που θα τον εξορίζει από αυτόν) παρελθόντα, παρόντα ή μέλλοντα. "Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων", σημειώνει, στο λευκό περιθώριο μιας εφημερίδας, όπως του ζήτησα, πετώντας και σβήνοντας "στου γλαυκού το γειτόνεμα" ο δοξασμένος ποιητής της ελληνίδας σκέψης.

 

"ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ" τεύχη 23-24, Ιανουάριος - Απρίλιος 1996
Λογοτεχνικά βραβεία και άλλα
Από το βιβλίο του Δημήτρη Πιστικού "Εκ των προτέρων" στίξεις και άλλα οφέλιμα δοκίμια.
Εκδόσεις Ίβυκος
Αναδημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα.