Ένιωσα την ανάγκη να καταγράψω τις παρακάτω παρατηρήσεις ξεκινώντας από τη συγκίνηση των μαθητών και την επιτυχία της διδασκαλίας του Χ38-89 της Ιλιάδας με παράλληλο κείμενο "παλικάρι στα Σφακιά" που ακούστηκε από κασέτα στην τάξη.


Παλικάρι στα Σφακιά

 Έβαλ’ ο θεός σημάδι παλικάρι στα Σφακιά κι ο πατέρας του στον Άδη άκουσε μια τουφεκιά. Της γενιάς μου βασιλιά,μην κατέβεις τα σκαλιά, πιες αθάνατο νερό να νικήσεις τον καιρό.

Έβαλ’ ο θεός σημάδι παλικάρι στα Σφακιά κι η μανούλα του στον Άδη τράβηξε μια χαρακιά. Της καρδιάς μου βασιλιά,με τον ήλιο στα μαλλιά, μην περνάς τη χαρακιά, η ζωή’ναι πιο γλυκιά.

Σίγουρα κάποιου παλικαριού ο θάνατος συγκλόνισε το Νίκο Γκάτσο και τον έκανε να θρηνήσει με τους παραπάνω στίχους που τους μελοποίησε ο Σταύρος Ξαρχάκος.Και σίγουρα ο θρήνος γίνεται πιο σπαρακτικός,όταν ακούγεται από τη φωνή του αξέχαστου Νίκου Ξυλούρη. Ο ποιητής για να προβάλει τον άδικο θάνατο που έρχεται από το θεό και είναι συχνός στην καθημε- ρινή ζωή, διαλέγει για ήρωα ένα σφακιανό παλικάρι,σύμβολο γενναιότητας και ελευθερίας.Τη λύπη του θα την εκφράσει δείχνοντας τον πιο μεγάλο πόνο πάνω στη γη,τον πόνο των γονιών του κλιμακωτά , πρώτα του πατέρα τελευταία της μάνας. Ο πεθαμένος πατέρας τον ικετεύει από τον κάτω κόσμο να μην κατεβεί στον Άδη, τον βλέπει σαν συνεχιστή της γενιάς του και του ζητά να πιει τ’ αθάνατο νερό για να νικήσει το χρόνο. Η πεθαμένη μάνα τελευταία ορίζει το σύνοροχαρακιάανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο και πιο συναισθηματικά φορτισμένη τον ικετεύει και εκείνη να μείνει στη ζωή και να την απολαύσει, γιατί το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η σωτηρία του . Έτσι ο νεοέλληνας ποιητής καταφέρνει μέσα από τον πιο δυνατό πόνο πάνω στη γη ,τον πόνο των γονιών για το χαμό του παιδιού τους, να θρηνήσει ανεπανάληπτα το θάνατο του νέου ανθρώπου.

Ο φιλόλογος ,και μάλιστα του Γυμνασίου ακούγοντας αυτό το τραγούδι δεν μπορεί παρά να θυμηθεί τους στίχους της Ιλιάδας Χ 38-89 όπου ο γερο-Πρίαμος και η γρια-Εκάβη,πάνω στα τείχη της Τροίας,ικετεύουν τον πρόμαχο Έκτορα προ των Σκαιών Πυλών να μην αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα αλλά να μπει στα τείχη και να σωθεί: Χ,38-89

"Στον άντρα αντίκρα ετούτον, Έχτορα, μη στέκεις, καλογιέ μου, μακριά απ’τους άλλους ολομόναχος, και γοργοθανατίσεις απ’του Πηλέα το γιο, τι δύναμη περίσσια απ’όλους έχει, ο σκύλος! Τόση αγάπη οι αθάνατοι να του ’χαν όση νιώθω γι’αυτόν εγώ, θα τον εξέσκιζαν γοργά σκυλιά κι αγιούπες στο χώμα ξαπλωτό, ν’αλάφρωνε και μένα η πίκρα η τόση που πλήθιους γιους αρχοντογέννητους μου’χει παρμένα ως τώρα σκοτώνοντάς τους για πουλώντας τους σε μακρινά ακρογιάλια. Κι ακόμα τώρα τον Πολύδωρο και το Λυκάονα ψάχνω και δεν τους βρίσκω,εδώ που κλείστηκαν οι Τρώες στο κάστρο μέσα, η Λαοθόη που μου τους γέννησεν,αρχόντισσα απ’τις πρώτες. Μ’αν ζουν ακόμα μες στ’αργίτικα λημέρια,με χρυσάφι και με χαλκό θα τους λυτρώναμε,τι είναι πολύ το βιος μας¨ προίκα τρανή στην κόρη του έδωκε κι ο ξακουσμένος Άλτης. Μ’αν σκοτωθήκαν πια και βρίσκουνται στον Κάτω Κόσμο τώρα; καημός σ’εμάς που τους γεννήσαμε,τη μάνα του κι εμένα, όμως ο κόσμος ο αποδέλοιπος δε θα πονέσει τόσο, φτάνει μονάχα εσύ να γλίτωνες απ’του Αχιλλέα τα χέρια. Μόν’έμπα,γιε μου,μες στο κάστρο μας και γλίτωσέ μας όλους, τους Τρώες μαζί και τις γυναίκες τους στον Αχιλλέα μη δώσεις δόξα τρανή,και συ πεθαίνοντας ταξιδευτείς στον Άδη. Εμένα καν τον κακορίζικο που ακόμα ζω σπλαχνίσου, που μέσα στα βαθιά γεράματα του Κρόνου ο γιος μού γράφει άραχλα τέλη,πλήθια ο δύστυχος σα δω κακά πιο πρώτα, τους γιους να μου σκοτώνουν,σκλάβες τους τις κόρες να μου σέρνουν και να κουρσεύουν το παλάτι μου να σφεντονίζουν κάτω στο χώμα τα παιδιά τ’ανήλικα μες στη σφαγή την άγρια, και να τραβούν μεβιάς τις νύφες μου με τ’άνομά τους τα χέρια.
Στερνό και μένα μπρος στην ξώπορτα θα με τραβολογήσουν, ωμό για να με φαν οι σκύλοι μου,σύντας με κρούσει κάποιος με το σπαθί για το κοντάρι του,και τη ζωή μου πάρει αυτοί που τάιζα στο τραπέζι μου,να μου φυλάν τις πόρτες κι αφού ρουφήξουν πια το γαίμα μου με φρενιασμένα σπλάχνα, θα ξαπλωθούν μπροστά στην ξώπορτα.Στο νιο ταιριάζουν όλα, που ο κοφτερός χαλκός τον σπάραξε μες στη σφαγή και πέφτει, κι ό,τι κι αν δείξει,είναι όλα του όμορφα,κι ας είναι σκοτωμένος. Μα ενού γερόντου που σκοτώθηκεν οι σκύλοι σαν ντροπιάζουν την άσπρη κεφαλή του,τ’άσπρα του τα γένια,τ’αχαμνά του, χειρότερο κακό δε βρίσκεται για τους θνητούς τους έρμους!" Έτσι μιλούσε τότε ο γέροντας,τα κάτασπρα μαλλιά του συρομαδώντας,όμως του Έχτορα δεν άλλαζε τη γνώμη. Κι αντίκρα εδέρνουνταν η μάνα του,πνιγμένη μες στο θρήνο, κι ανοίγοντας τον κόρφο εσήκωσε το στήθος της με τ’άλλο, και μες στα κλάματα ανεμάρπαστα του συντυχαίνει λόγια: "Έχτορα γιε μου,αυτά σεβάσου τα,σπλαχνίσου εμέ την ίδια! Κάποτε αν βύζαξες τα στήθη μου και ξέχασες τον πόνο, βάλ’τα στο νου σου τούτα,αγόρι μου,και τον οχτρό πολέμα μέσ’απ’το κάστρο μας¨μη στέκεσαι στήθος με στήθος μπρος του Δίχως καρδιά είσαι! τι αν σε σκότωνεν αυτός,στο στρώμα απάνω δε θα μπορούσα εγώ που σ’έκανα να σε θρηνήσω,μήτε η ακριβαγόραστη γυναίκα σου,βλαστάρι μου¨μακριά μας στ’αργίτικα καράβια οι γρήγοροι θα σε σπαράξουν σκύλοι!
 

Και εδώ ο πατέρας Πρίαμος ικετεύει τον Έκτορα κυρίως ως γενάρχης, γιατί ανησυχεί για το λαό του, για την Τροία που θα στερηθεί τον προστάτη της και για τον εαυτό του,ενώ η γριά Εκάβη είναι μόνο η μητέρα που νοιάζεται για το παιδί της,για τη ζωή του,για το κορμί του. Δε σκέπτεται ούτε την Τροία,ούτε τον εαυτό της. Λόγια φυσικά με ψυχολογική αλήθεια,μοιρασμένα από τον Όμηρο και στους δύο γέρους.

Νομίζω πως ο παραλληλισμός με το νεοελληνικό κείμενο είναι πολύ γόνιμος: Οι μαθητές κατανοούν ότι η αγάπη της μάνας στο παιδί παραμένει αναλλοίωτη στο χρόνο και εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο. Δεν έχει σημασία αν είναι βασίλισσα (Εκάβη) ή μια απλή λαϊκή γυναίκα ή ακόμα και Παναγιά όπως στις "δυο μητέρες" του Ν.Βρεττάκου.Την ενδιαφέρει ως πιο συναισθηματική μόνο η ζωή του παι- διού της.Είναι έξω από τη λογική του πατέρα,που ως ρεαλιστής βλέπει το γιο του κυρίως συνεχιστή της γενιάς του και της δυναστείας του,προστάτη των γηρατειών του και υπερασπιστή του λαού του. Επίσης οι μαθητές βιώνουν έντονα τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών και στα δύο κείμενα, καλλιεργούνται αισθητικά και οπωσδήποτε καταλαβαίνουν γιατί ο Όμηρος, ο πρώτος τραγουδιστής αυτών των αξιών,είναι ο ποιητής των αιώνων.

Βογιατζή Μαρία