Στις απαρχές της ελληνικής ηλεκτρονικής απογείωσης στον «κυβερνοχώρο» ποιοι είναι οι φιλόλογοι, οι ιστορικοί της λογοτεχνίας, οι ιστορικοί των ιδεών και της κοινωνίας, για τους οποίους μπορούμε να μιλούμε; Οι «λόγιοι» πού αυτάρεσκα εμμένουν να ζουν περιχαρακωμένοι στις παραδοσιακές φαντασιώσεις, απολαμβάνοντας την εξουσία που τους παρέχουν οι θεσμοί μαθητείας;    Ή πρόκειται για διανοητές που, μέσα στα σύγχρονα πλαίσια δράσης, μεταμορφώνονται απλώς σε δεινούς χειριστές των εντολέων («μάους»), των σαρωτών (σκάνερ), των διαμορφωτών / αποδιαμορφωτών (μόντεμ);

   Ίσως αυτοί που υπάρχουν ως διανοούμενοι, δεόμενοι υπέρ της εύρυθμης λειτουργίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Τ) και των Δικτύων, υπέρ της απάλειψης των ηλεκτρονικών λοιμών (από τους «ιούς») και των λιμών (από ανισότητες κοινωνικές και τεχνολογικές) του κόσμου τούτου; Και σε πιο προωθημένη θέση πράττουν ως χειραφετημένοι από ιδεολογικούς πειθαναγκασμούς, ενόσω αναζητούν την υποκειμενικότητα τους, παρά και ενάντια στην «ετερόνομη και αγοραφοβική κοινωνία»;

   Οι απαντήσεις δύσκολες. Οι απλουστευτικές θέσεις πού απορρίπτουν την κουλτούρα του τεχνικού πολιτισμού, αλλά και αυτές που υπερφίαλα πανηγυρίζουν για το «τέλος της τυπογραφίας»1 ή και για τη χωρίς ορούς νεοφιλελεύθερη εκδοχή της δικτυωμένης ψηφιακής εποχής δεν εξαντλούν το πρόβλημα. Αντίθετα, αποτελούν μέρος της «global culture», σε μια φάση πού γενικεύεται η χειραγωγημένη από τη χυδαία «ελεύθερη αγορά» χρήση της ψηφιακής γλώσσας και της διαδικτυακής «επικοινωνίας», γεγονός πού αναγκάζει τους απολογητές να αναζητούν άλλοθι στον «αφηρημένο οικουμενισμό».
  Από τη μεριά τους, όσοι υιοθετούν μια κριτική στάση και αποδέχονται μια οπτική που ανιχνεύει σε βάθος το πρόβλημα στην εποχή του «οικουμενικού τεχνικού πολιτισμού, των εμπορευματοποιημένων θεαμάτων και του ουδέτερου παραγωγιστικού ιδεώδους», αρθρώνουν επιχειρήματα αντιπαλότητας και διαπιστώνουν συγχρόνως ότι «η νέα κουλτούρα και γνώση πού ανατέλλουν παραμένουν άγνωστες και εγγενώς παιγνιώδεις».2

1 Τη διαφορετικής αφετηρίας διαπίστωση του Γ. Σεφέρη («εφευρέθηκε ή κατάργηση της τυπογραφίας»), από το 1944, συνοπτικά και μεστά ερμηνεύει ό Σάββας Παύλου, «Ή κατάργηση της τυπογραφίας. Ιδεολογικές και τεχνολογικές ερμηνείες», Μικροφιλολογικά, τχ. 5, άνοιξη 1999, σ. 40-44, κρίνοντας και τη σχετική από το 1973 βιβλιογραφία. Τον Σ. Παύλου ευχαριστώ και από τη θέση αυτή για τη βοήθεια στην επικοινωνία με τον Ν. Γουλανδρή, όπως και για την ενθάρρυνση στη διάρκεια της έρευνας.
2 Ή συλλογιστική αυτή προϋποθέτει τις θεωρήσεις των Π. Νούτσου (Φιλοσοφείον. Ένας θεσμός χειραφέτησης;. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001, ιδίως σ. 20, 21, 24) και Κ. Τσουκαλά, «Ποια είναι ή κουλτούρα του τεχνικού πολιτισμού», Το Βήμα «Νέες Εποχές», 30 Αυγούστου 1998, σ. 61, 64-65. Επίσης, 6λ. Π. Κονδύλης, «Ή τεχνική, ή πληροφορική και ή κουλτούρα» στον τόμο Από τον 20ό στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, θεμέλιο, Αθήνα 1998, σ. 147-179.