Στις "Δοκιμές" του ο Σεφέρης σημειώνει πως, αν κάποτε έγραψε ποιήματα για τις δυστυχίες των ανθρώπων, δεν είχε ποτέ του "την λοξή σκέψη" να ευχηθεί τη δυστυχία τους για να μπορεί να γράψει ποιήματα. Πιστεύω, πως την ίδια σκέψη θα υιοθετούσε και το μεγαλύτερο ποσοστό της ιθαγενούς μας διανόησης, χωρίς να αποκλείω και τις εξαιρέσεις "σπουδαίων" ή σπουδαιοφανών στοχαστών, που μέσα τους την εύχονται ολόψυχα. Κι αυτό, μόνο και μόνο για να έχουν οι ίδιοι λόγο ύπαρξης και για να εξαπολύουν κατά παντός τις ιερεμιάδες τους παριστάνοντας πάντοτε τον τιμητή των ηθών μας, και πάντοτε βέβαια από τις επάλξεις της όποιας αυτόκλητης ορθοφροσύνης.
   Στην εποχή μας όμως, έτσι κι αλλιώς, αυτό το πνεύμα της μικρότητας, της μιζέριας, της αθέμιτης αλληλοϋποστήριξης και αλληλοϋπονόμευσης και τόσων άλλων κακών μας κατακλύζει, ώστε να μη μας προκαλούν οδυνηρή εντύπωση οι παραπάνω σκέψεις. Μας επιβάλλεται ωστόσο το καθήκον, να αφήσουμε τη σιωπή, το γυάλινο πύργο μας και να πάρουμε θέση, επιστρέφοντας στην αρχαία ελληνική αγορά, όπου όλοι έπαιρναν ισότιμα μέρος. Ιδίως σήμερα, που όσοι μιλούν συνήθως δεν είναι απλά ηχεία Δωδώνης, ούτε κενοί ρήτορες, αλλά φορείς ενός κλίματος κατεδαφιστικού μηδενισμού, επικίνδυνου για ό,τι ονομάζουμε ελληνική πολιτιστική παράδοση.
   Υπάρχουν μάλιστα στοχαστές (ακόμα και πρώτου μεγέθους) που για να υπάρξουν, αισθάνονται περίπου όπως οι Μακκαβαίοι, πολεμώντας έντεχνα οτιδήποτε έχει ελληνική χροιά, με διάφορα προσχήματα και συλλογιστικές (ακόμα και επιστημονικοφανείς) χρησιμοποιώντας τον ορθό λόγο, τη δυτική σοφιστική, την απέχθεια προς τη βυζαντινή μας γενεαλογία (που την αισθάνονται ως αποφορά), ή άλλοι που δε μας βρίσκουν όσο θα έπρεπε ορθόδοξους ανατολίτες. Υπάρχουν τέλος και άλλοι που σκοτώνουν τα πάντα, εξαφανίζοντας έτσι "το μέτρο σύγκρισης με την μηδαμινότητά τους" όπως εύστοχα παρατηρεί για τα μουσικά μας πράγματα ο Γ. Λεωτσάκος.
    Στις παραπάνω περιπτώσεις, συνηθίζω να σκέφτομαι και να αναρωτιέμαι όπως ο χορός στις "Τραχίνιες" τού Σοφοκλή, μήπως σωπαίνοντας τους δικαιώνω ("ου κάτοισθ’ οθούνεκα / ξυνηγορείς σιγώσα"). Τώρα που πέρασε καιρός από το Μάη του 1995 και τα πράγματα μέσα μας καταστάλαξαν στη νηφαλιότητα, θα ήθελα να θυμηθώ την περίπτωση της βράβευσης του σκηνοθέτη θ. Αγγελόπουλου στο φεστιβάλ των Καννών. Χάλασε ο κόσμος τότε στις εφημερίδες, στην τηλεόραση και στα άλλα μέσα επικοινωνίας και όλο το ενδιαφέρον μας επικεντρώθηκε στο γεγονός. Μερικοί κριτικοί, έφτασαν στο σημείο να επικαλούνται γνώμες της "αμερικανικής ιντελιγκένσιας" που μιλούσε για το σκηνοθέτη μας με τον ίδιο θαυμασμό που αναφέρονταν σ’ έναν Όρσον Γουέλς ή στον Αϊζενστάιν! Μετά ήρθε η βράβευση και όλοι χαρήκαμε για τη διάκριση του συμπατριώτη μας, χωρίς σωβινισμούς και πατριδολαγνείες.
   Άλλωστε, έχουμε ανάγκη από αυτές τις διακρίσεις, τώρα που κάθε τι ελληνικό συρρικνώνεται, παραμελείται, αναθεωρείται ή βάλλεται από δυνάμεις κινούμενες έξωθεν (π.χ. αφροκεντρισμός) ή έσωθεν (π.χ. γραικυλισμός) ή ως συνεπικουρία των προηγουμένων (από γνώση, αμέλεια ή ευήθεια). Και ο θόρυβος από την παραπάνω βράβευση άφησε να περάσει στα ψιλά της αναγνωστικής και επικοινωνιακής μας συνείδησης, η βράβευση του καθηγητή Μιχάλη Μερακλή με το Αυστριακό βραβείο Χέρντερ (βραβείο που απονεμήθηκε και στο μεγάλο γλύπτη μας Χρήστο Καπράλο).
   Άλλη μια επιβράβευση ενός ακούραστου Δασκάλου της Ρωμιοσύνης, για την προσφορά του στον πολιτισμό. Σημειώνω, για όσους δεν ξέρουν, πως το έργο τού Μερακλή καλύπτει πολλούς τομείς της εθνικής μας αυτογνωσίας, και τα ενδιαφέροντα του απλώνονται από το λαϊκό μας πολιτισμό και γενικά την επιστήμη της Λαογραφίας, ως τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία κι από τον Πλούταρχο ως τις μεταφράσεις, προσθέτοντας και την εν γένει πνευματική του προσφορά (Συμπόσιο Ποίησης του Πανεπιστημίου Πατρών, διαλέξεις, ομιλίες κλπ.).
   Μιλώ βέβαια για δύο πόλους της πνευματικής μας ζωής: για τη δυστυχία και για το θαύμα που συντελούνται ολόγυρα μας, όπου κοντά στα αρνητικά φαινόμενα οι αθόρυβοι δημιουργοί παράγουν το έργο τους χωρίς τυμπανοκρουσίες, χαρίζοντας στη χώρα μας βραβεία και μάλιστα Νόμπελ και Λένιν στην ποίηση, η οποία παρόλαυτα, δεν έχει και τη θέση που της ταιριάζει στην εκτίμηση της Πολιτείας, του αναγνώστη, αλλά και των εκδοτών. Δίπλα σ’ αυτούς τους δημιουργούς, που ζουν ανάμεσα μας και συνεχίζουν την παράδοση, κινείται η μεγάλη μάζα των ουτιδανών που γίνεται ένα μεγάλο ρεύμα που μας σκεπάζει με τα απόνερα μιας κοσμογονικής πλημμύρας και με υποπροϊόντα πολιτιστικά. Μέσα στους γνήσιους ποιητές και τους άλλους δημιουργούς, που πραγματοποιούν τους εθνικούς μας απολογισμούς, ανακατώνεται και συμφύρεται επιπλέοντας, μια σωρεία ανθρώπων άχρηστων, χαλασμένων και κορβανόβιων.
   Έτσι, δημιουργείται η σύγχρονη Βαβέλ, όπου συγκρούονται αρχές, με θεωρίες της μιας χρήσης, αναδεικνύονται ρυπαρότητες σε θέσφατα, προβάλλονται υπερβολικά ασήμαντα και αμφίβολα πολιτιστικά γεγονότα, ανασύρονται άνθρωποι-κύμβαλα από το σεντούκι τους και όλα αυτά για να έχουν το μπόι τους αυτοί που τους προωθούν, ενώ παράλληλα υποτονίζονται σημαντικά αναστήματα και πνίγονται στην τεχνητή σιωπή. Κυρίως όμως, έχουμε μια έκπτωση του λόγου και των αξιών μας, από τη χρήση και κατάχρηση των ίδιων πάντοτε προσώπων, που εμφανίζονται ως γνώστες και κριτές των πάντων, καίτοι είναι παντελώς μέτριοι, ακόμα και στον τομέα που υποτίθεται ότι τους δίνει κάποια ιδιότητα (ποιητές, κριτικοί, συγγραφείς, δημοσιολόγοι, επικοινωνιολόγοι, αγοραίοι κάθε λογής).
Άρα το χρέος τού κάθε ανθρώπου είναι να παίρνει θέση στα μεγάλα και τα ουσιώδη που αφορούν την ολότητα. Ιδιαίτερο βάρος ευθύνης, πέφτει στους πνευματικούς ανθρώπους. Και δεν πρέπει "τόσοι πολλοί σπουδαίοι και προκομμένοι να στέκουνται με δεμένα χέρια και ραμμένο στόμα να καρτερούν σε δύο στίχους ή σε μια περίοδο... κι όπου ευχαριστιούνται να φαίνουνται λέοντες αληθινά μόν’ απ’ τα νύχια τους" όπως διαπίστωνε πριν από διακόσια χρόνια σε δοκίμιο του ο Δ. Καταρτζής.
   Επανέρχομαι στα βραβεία (και κυρίως τα κρατικά), για να τονίσω πως αυτά δεν κάνουν τους δημιουργούς καλυτέρους, ενώ μπορούν καμιά φορά να τους κάνουν και χειρότερους. Κάποτε ευστοχώντας τους επικυρώνουν, άλλοτε όμως αστοχούν και αδικούν τους άξιους, αφήνοντας το χρόνο να κάνει τη δίκαιη δουλειά του. Οι πραγματικά άξιοι που βραβεύονται, συναντούν στο δρόμο τους όλη την κακοήθεια των μετρίων που δε συγχωρούν σε κανέναν την τίμια διάκριση. Ιδίως αυτή. Όταν ο Σεφέρης πήρε το έπαθλο Παλαμά, αναγκάστηκε αγανακτισμένος με τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο και άλλους να πει πως,"κάθε φορά που θα βγω από το σπίτι μου φοβούμαι μην μου αδειάσουν στο κεφάλι χι έναν τενεκέ σκουπίδια". Και απευθύνονταν σ’ ένα πρόσωπο που δεν ήταν καθόλου λίγο για τα ελληνικά πνευματικά μας ζητήματα. Στους πραγματικά άξιους, τα βραβεία, (όπου έχουν αυτά κάποια αξία αφού υπάρχουν και βραβεία χωρίς σημασία) αποτελούν (κοντά στη χαρά) μια διαρκή πηγή πίκρας που προέρχεται από τους αιωνίως πικραμένους και χοληστερικούς.
   Τα βραβεία στον πολιτισμό μας και ιδιαίτερα στην ποίηση, είναι θεσμός πανάρχαιος και απαραίτητος. Ας θυμηθούμε τον αγώνα τού Ομήρου και Ησίοδου (κατά την παράδοση) ή πώς οι ποιητικοί αγώνες εξελίχτηκαν στην Αρχαία Ελλάδα. Είναι αλήθεια, πως μερικές φορές αμφισβητούνται, ιδίως όταν βρίσκονται σε δυσαρμονία με το κοινό αίσθημα και κυρίως (αδίκως πάντως) από τους διαγωνιζόμενους. Μετά αρχίζουν οι βολές, τα ψιθυρίσματα, οι συκοφαντίες και οι κουβέντες τού τύπου "δε μ’ ενδιαφέρει το βραβείο, αυτό έχει σημασία για τους επενδυτές" κλπ. Αλλά αφού δεν τον ενδιαφέρει, προς τι η συμμετοχή του και η υπόθαλψη με όλα τα διαθέσιμα μέσα της εθνικής ματαιοδοξίας; Και ποια έννοια έχει η ευγενική άμιλλα; Και με ποιο δικαίωμα ανεβάζει τον εαυτό του από κρινόμενο σε κριτή αφού δέχτηκε εξ υπαρχής τους όρους; Ερωτήματα βέβαια που δεν περιμένουν απάντηση παρά από την κοινή λογική μας.
   Μπορεί να συμβαίνουν (και θα συμβαίνουν πράγματι) αδικίες, θα υπεισέρχονται σκοπιμότητες, θα δοκιμάζεται η τιμιότητα των κριτών και των κρινόμενων και οι αλληλουχίες γεγονότων θα δημιουργούν βάσιμες υποψίες για μεροληψία ή οικονομική συναλλαγή. Εντούτοις ο χρόνος, είναι εκείνος που δίνει τα πιο αξιόλογα και διαρκέστερα βραβεία κι αυτός που δικαιώνει ή παραδίδει στη λήθη τα έργα μας. Ο άξιος δημιουργός, μπαίνει έτσι κι αλλιώς μέσα στη συλλογική μνήμη. Ιδιαίτερα ο ποιητής, νιώθει όπως ο Wordsworth, καθώς μας θυμίζει ο καθηγητής Robin Lane Fox: "Μέσα από την αγάπη, μέσα από την ελπίδα και μέσα από της πίστης το ύψιστο δώρο/νιώθουμε πως είμαστε μεγαλύτεροι από όσο ξέρουμε". Ο Peirce έχει δίκιο (όπως δέχεται και ο Έκο), όταν γράφει πως "η γλώσσα μου είναι το συνολικό άθροισμα του εαυτού μου: διότι ο άνθρωπος είναι η σκέψη". Όμως, όλα θα πρέπει να έχουν τα μέτρα τους, σύμφωνα με το αρχαίο ελληνικό αξίωμα και να μην τα υπερβαίνουν, θα τελειώσω, και πάλι φέρνοντας στη μνήμη, το λόγο της Δηιάνειρας από τις "Τραχίνιες", αναλογιζόμενος την έκταση αυτού τού γραπτού μου: "Φοβάμαι μην ξεπέρασα το μέτρο", και θα προσέθετα, μήπως κουράσω τους αναγνώστες μου. "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ" τεύχος 29, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 1997 Λογοτεχνικά βραβεία και άλλα Από το βιβλίο του Δημήτρη Πιστικού "Εκ των προτέρων" στίξεις και άλλα οφέλιμα δοκίμια. Εκδόσεις Ίβυκος Αναδημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα.