Σχολική Βιβλιοθήκη

© septembre 2005


Οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, η καταστροφή του 1922, ο ξεριζωμός και η προσφυγιά. Η πόλη μας και οι πρόσφυγες.( Τμήμα Γ1, σχ. έτος:2003-04)

lundi 28 mars 2005, par Παλιαρούτης Κωνσταντίνος

Toutes les versions de cet article :

  • ελληνικά

Ελληνοπούλα είμαι ΄γω
απ΄ τη Μικρά Ασία
που είδαν τα ματάκια μου
μεγάλη απελπισία.

Είδα ΄γω Τούρκους με σπαθιά
και Τούρκους με μαχαίρια
που σφάζανε τους Έλληνες
με τα έρημα τους χέρια.

Δεν φτάνανε τα αίματα
που τρέχανε σαν λίμνη
παρά εβάλανε φωτιά
και κάψανε τη Σμύρνη.

Μας κάψανε τα σπίτια μας
και τα νοικοκυριά μας
και τώρα τα θυμόμαστε
και καίγεται η καρδιά μας.

( από τις παιδικές μνήμες της κυρίας Γεωργίας Σπάθα)

Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας έχει ιστορία περίπου τριών χιλιάδων χρόνων. Κατά μεγάλες περιόδους αν όχι διαρκώς η παρουσία του ήταν κυρίαρχη από κάθε άποψη. Δημογραφική, οικονομική και πολιτιστική. Η εξασθένιση αυτής της παρουσίας σημειώθηκε στη μακρά περίοδο της τουρκικής κυριαρχίας στον ίδιο χώρο και έληξε το 1922 με την μικρασιατική καταστροφή.

Με την εξάπλωση του ελληνισμού στη Μικρά Ασία η περιοχή αυτή αρχίζει να εξελληνίζεται και έτσι σύντομα παρουσιάζονται τα πρώτα λαμπρά δείγματα του σπουδαίου πολιτισμού του. Κατά την αρχαιότητα ο λόγος, η σκέψη, η τέχνη και τα αρχαιολογικά ευρήματα (πόλεις, ναοί, δημόσια καταστήματα κ.λ.π) αλλά και τα μνημεία του λόγου. Η φιλοσοφική σκέψη, τα μαθηματικά, η Φυσική, η ποίηση και ο πεζός λόγος σημείωσαν μεγάλη εξέλιξη. Εδώ πρωτάνθισε η επική και η λυρική ποίηση. Η πολιτιστική αυτή παρουσία ήταν παρόμοια με αυτή της Ελλάδας . Και κατά τη βυζαντινή περίοδο αλλά και κατά τα νεότερα χρόνια ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας δεν έπαψε να προσφέρει στον πολιτισμό.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και κυρίως κατά το 18ο αιώνα ολόκληρη η περιοχή γνώρισε μια εκρηκτική ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών. Αλλά και κατά τους επόμενους αιώνες οι μικρασιάτες Έλληνες αναδείχτηκαν σε σπουδαίους εμπόρους, άλλοι είχαν βιοτεχνίες, άλλοι ασχολήθηκαν με τραπεζικές δραστηριότητες με αποτέλεσμα πολλοί να αποκτήσουν τεράστιες περιουσίες πράγμα που το αποδεικνύει το υψηλό επίπεδο διαβίωσης πολλών από αυτούς με τα αρχοντικά και πολυτελή σπίτια που σώζονται ακόμη και σήμερα στη Σμύρνη και σε άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας. Το ελληνικό στοιχείο είναι το κυρίαρχο στη Σμύρνη και κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν τα μαύρα σύννεφα αρχίζουν να μαζεύονται στον ορίζοντα (Διώξεις των Ποντίων και των Αρμενίων από τους Τούρκους καθώς και εκτοπισμός άλλων Ελλήνων στα βάθη της Ανατολίας στα τάγματα εργασίας, τα λεγόμενα «Αμελέ Ταμπουρού».

Οι Έλληνες κάτοικοι της Σμύρνης αγαπούσαν ιδιαίτερα τη μουσική και το τραγούδι. Η Σμύρνη είχε πολλούς ξακουστούς μουσικούς όπως ο Γιοβανίκος ή Βλάχος ο οποίος έγραψε το περίφημο «Μινόρε της Αυγής», ο Κοκκινάκης, ο Κλεάνθης, ο Λόλας και πολλοί άλλοι αλλά είχε και περίφημους τραγουδιστές όπως ο Καρίπης, ο Κασιμάτης, ο Στελλάκης Περπινιάδης οι οποίοι έγιναν αργότερα γνωστοί και στην Ελλάδα. Οι οργανοπαίχτες ονομάζονταν παιχνιδιάτορες και τα μουσικά όργανα παιχνίδια. Οι μουσικοί έπαιζαν σε κέντρα των μαχαλάδων και των προαστίων της Σμύρνης δηλαδή σε καφενέδες, μπακαδοταβέρνες, όπως και στα σπίτια πλουσίων Ελλήνων σε γάμους, αρραβώνες βαφτίσια αλλά ακόμα και για κάποιους που ήθελαν να κάνουν καντάδες στις αγαπημένες τους.

Έτσι κυλούσε η ζωή τους, όταν ήρθε η ολοκληρωτική καταστροφή του 1922. Με τη μεγάλη αυτή συμφορά ξεριζώθηκε όλος ο ελληνικός πληθυσμός των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας. Συνολικά το 1922 έφθασαν στην Ελλάδα 900.000 χιλιάδες πρόσφυγες( ανάμεσά τους και 50.000 Αρμένιοι) και στο επόμενο διάστημα και άλλοι με αποτέλεσμα ο συνολικός αριθμός να φτάσει περίπου στο 1.500.000.

Το πρώτο διάστημα οι πρόσφυγες παρά τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης ανέχονταν υπομονετικά την όλη κατάσταση, γιατί θεωρούσαν προσωρινή τη διαμονή τους εδώ, αφού πίστευαν ότι δε θα αργήσει η μέρα της επιστροφής. Όμως οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν και βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη νέα σκληρή πραγματικότητα. Έπρεπε να ξαναρχίσουν και να ξαναοργανώσουν τη ζωή τους από το μηδέν . Είναι χαρακτηριστική η παρακάτω μαρτυρία ενός πρόσφυγα : «Βγάλαμε επιτροπή και γύρισε διάφορα μέρη για να βρουν ένα καλό χωριό. Πήγαμε στα Γρεβενά, όπου μείναμε πέντε μέρες . Μετά σκορπίσαμε στα γύρω χωριά. Εδώ στο Βατόλακκο ήρθαμε το 1925. Οι πιο πολλοί βρίσκονται στο χωριό Φυλή Γρεβενών. Δόξα τω Θεώ, καλούτσικα περνάμε εδώ. Έχουμε γεωργία , κάναμε καπνά, σταφύλια, τα παιδιά μας μαθαίνουν γράμματα. Δεν έχουμε πια το φόβο των Τούρκων».

Σίγουρα είναι πολύ δύσκολο να καταλάβουμε τα συναισθήματα που ένιωθαν και τον τρόπο που σκέφτονταν οι άνθρωποι εκείνες τις δύσκολες ημέρες που μέσα σε μια στιγμή έχασαν ό,τι είχαν και δεν είχαν. Μπορούμε όμως μέσω της εργασίας και με βάση τα γραπτά κείμενα, ακόμη και με τις μαρτυρίες τους να καταλάβουμε σε κάποιο βαθμό πως αισθάνονταν διαβάζοντας αυτά τα κείμενα. Μας δημιουργήθηκαν κυρίως αρνητικά συναισθήματα. Αναμφισβήτητα ο κάθε γνώστης της προηγούμενης κατάστασης και του τραγικού γεγονότος που επακολούθησε, το οποίο σίγουρα αποτελεί μαύρη σελίδα στην ιστορία μας, θα αισθανόταν λύπη για τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς εγκαταλείποντας ό,τι είχαν, και οργή γι΄ αυτούς που με τη βία ανάγκασαν ανθρώπους να γίνουν πρόσφυγες, χωρίς ανθρωπιά, συμπόνια και λύπηση.

Τέλος το τραγικότατο γεγονός της μικρασιατικής καταστροφής δίνει δύναμη στις επόμενες γενιές να προσπαθήσουν όσο το δυνατό περισσότερο για το καλό της πατρίδας και των πολιτών της.

« Τα μόνα συναισθήματα που μπορούσα να νιώσω πηγαίνοντας πίσω στα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής είναι λύπη για τους ανθρώπους που ήταν θύματα αυτής της τεράστιας καταστροφής που είχε ως αποτέλεσμα να τους καταστρέψει τη ζωή, στην καλύτερη περίπτωση να αγνοούν που βρίσκονται οι οικογένειές τους και στη χειρότερη να χάνουν τη ζωή τους ο ένας μετά τον άλλον χωρίς διαχωρισμούς. Ακόμα ένιωσα οργή για τον εχθρό που κοιτώντας μόνο το δικό του συμφέρον κατέστρεψε χιλιάδες ανθρώπους.

Η μικρασιατική καταστροφή αποτελεί μαύρη σελίδα της ιστορίας των Ελλήνων και ελπίζω να μην ξαναγίνει ποτέ κάτι παρόμοιο».

( Κουράκος Παναγιώτης)

« Τα συναισθήματα που κυριαρχούν καθώς ακούω και διαβάζω για την καταστροφή είναι αλλόκοτα. Συμπεριλαμβάνουν μίσος, έχθρα, λύπηση, θλίψη αλλά και χαρά και συγκίνηση. Μίσος και έχθρα αισθάνθηκα προς τους βαρβάρους κατακτητές που με την ιμπεριαλιστική τους πολιτική χτυπούσαν όπου ήθελαν και όποτε ήθελαν, και λύπηση και θλίψη για τους άτυχους και δυστυχισμένους Μικρασιάτες, σκεφτόμενη και τη ζωή τους πριν την καταστροφή, και όχι μόνο που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γη και την πατρίδα τους αλλά και επειδή πολλοί απ΄ αυτούς έχασαν και μέλη των οικογενειών τους κατά την επέλαση των Τούρκων και όσοι επέζησαν από την καταστροφή να εγκατασταθούν σε ξένα χώματα και να ξαναρχίσουν τη ζωή τους από το μηδέν.

Γι αυτό για τους ανθρώπους αυτούς που ξανάρχισαν τη ζωή τους με χιλιάδες αναμνήσεις και προβλήματα πρέπει να νιώθουμε χαρά που κατάφεραν να επιβιώσουν σε ένα άγνωστο γι αυτούς τόπο». (Καρακάση Δήμητρα)

«Τα συναισθήματα ποικίλουν. Είναι συναισθήματα χαράς, ευχαρίστησης, και οργής. Τα θετικά τα ένιωσα, επειδή ένα μέρος των Ελλήνων επέζησε από την ολέθρια καταστροφή, ενώ αντίθετα τα αρνητικά τα ένιωσα για τους εχθρούς και τους θανάτους των ανθρώπων. Οι Τούρκοι προκειμένου να επιτύχουν τους σκοπούς τους σκότωναν αθώες ψυχές. Εξάλλου μην ξεχνάμε πως ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και αθώα παιδιά τα οποία δεν ήξεραν τίποτα. Διαβάζοντας όλα αυτά τα κείμενα τα οποία μας αποκαλύπτουν τις συγκλονιστικές στιγμές αλλά και τις μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων μείναμε άφωνοι.

Θα προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε αυτά τα τραγικά γεγονότα αλλά δυστυχώς δε θα μπορέσουμε, αφού ακόμη και σήμερα ζουν κάποιοι πρόσφυγες που έχουν ζήσει αυτά τα συνταρακτικά γεγονότα, αφού ήταν παρόντες».( Βελσεμέ ʼννα)

Αναζητήσαμε πληροφορίες που αφορούσαν στη ζωή των Ελλήνων της Μικράς Ασίας μέσα από έργο της Διδώς Σωτηρίου «Μέσα στις φλόγες»

Έτσι μέσα από την αφήγηση της ηρωίδας Αλίκης Μάγη, αντλήσαμε τα παρακάτω στοιχεία:

Το καλοκαίρι του 1922 οι Έλληνες που ζούσαν στη Μικρά Ασία άρχισαν να ελπίζουν στην απελευθέρωση από τους Τούρκους .Ο πόλεμος είχε ξεσπάσει και οι Έλληνες είχαν συμμαχήσει με τους ʼγγλους και τους Γάλλους , την Αντάντ, ενώ οι Τούρκοι βρίσκονταν στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Αρχικά οι απλοί άνθρωποι, Έλληνες και Τούρκοι ζούσαν αρμονικά. Συνεργάζονταν οικονομικά και πολλές φορές ανέπτυσσαν φιλίες μεταξύ τους. Έτσι ο Βασιλάκης ,ο πατέρας της μικρής Αλίκης είχε κλείσει συμφωνία με τον ισχυρό Τούρκο Ταλάτ Μπέη. Η οικογένειά της κατοικούσε στο Αϊδίνιο αλλά λόγω της οικονομικής συμφωνίας αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στη Σμύρνη.

Παρ΄ όλο που ο Βασιλάκης είχε εμπορικές συναλλαγές με τους Τούρκους και συνεργαζόταν καλά μαζί τους , ποθούσε τον ερχομό των Ελλήνων στρατιωτών που θα έδιωχναν τους Τούρκους. Όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες Μικρασιάτες, έλπιζε στην απελευθέρωση, ήθελε να ξαναγίνει ελληνική η Μικρασιατική γη.

Η ζωή στη Σμύρνη για την οικογένεια της Αλίκης κυλούσε πολύ όμορφα στην αρχή.

Είχαν πολλά χρήματα και τα ξόδευαν με σπατάλη. Τα παιδιά δε στερούνταν τίποτα αλλά και οι γονείς ζούσαν μέσα στην πολυτέλεια. Πανάκριβα φορέματα για τη μητέρα, χοροί και δεξιώσεις συνέθεταν την καθημερινότητά τους. Υπήρχαν όμως και κάποιοι άλλοι ευκατάστατοι Έλληνες που απέφευγαν τις σπατάλες και έκαναν οικονομίες, γιατί φοβόντουσαν τις εξελίξεις στον οικονομικό και στρατιωτικό τομέα. Δεν εμπιστεύονταν τους ξένους , τους ʼγγλους και τους Γάλλους, αλλά ούτε και τους Έλληνες. Ένας από αυτούς ήταν και ο Γιάγκος με την γυναίκα του, την Ερμιόνη, θείοι της μικρής Αλίκης.

Το 1919 η μεγάλη στιγμή που περίμεναν όλοι οι Έλληνες έφτασε. Ο ελληνικός στόλος έφτασε στο λιμάνι της Σμύρνης και ο στρατός αποβιβάστηκε. Οι κρυφές ελπίδες και τα όνειρα των Ελλήνων φαίνονταν να πραγματοποιούνται. Επεφύλαξαν πανηγυρική υποδοχή στους στρατιώτες και τους είδαν ως απελευθερωτές. Γιόρταζαν και ήταν σίγουροι πως οι Τούρκοι δε θα αντιστέκονταν. Ο ελληνικός στρατός σημείωσε αρκετές επιτυχίες και έδινε ελπίδες. Κατόρθωσε να απελευθερώσει και το Αϊδίνιο. Ο Βασιλάκης ενθουσιάστηκε. Όχι όμως και ο Γιάγκος, που θεωρούσε πολύ βιαστικές τις κινήσεις των Ελλήνων στρατιωτών. Ο Βασιλάκης όμως όπως και πολλοί Μικρασιάτες ήταν τρισευτυχισμένος, νόμιζε πως η ελευθερία ήταν πολύ κοντά.

Ο ενθουσιασμός όμως και τα σχέδια για το μέλλον δεν κράτησαν πολύ. Λίγο αργότερα οι Τούρκοι ξαναπήραν το Αϊδίνι και ανάγκασαν τους στρατιώτες να υποχωρήσουν άτακτα. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ακολούθησαν φρικιαστικά αντίποινα των Τούρκων απέναντι στον άμαχο πληθυσμό. Το Αϊδίνιο γέμισε νεκρά κορμιά παιδιών, γυναικών που δεν είχαν κάνει κανένα κακό. Το μίσος όμως των Τούρκων είχε ξυπνήσει και διψούσαν για εκδίκηση. Οικογένειες ξεκληρίστηκαν και παντού κυριαρχούσε πόνος και θλίψη.

Στη Σμύρνη ζούσαν με αγωνία και φόβο. Ακόμα και οι πιο απαισιόδοξοι δε μπορούσαν να φανταστούν τη συμφορά. Τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα ούτε για την οικογένεια της μικρής Αλίκης. Η φτώχεια χτύπησε και τη δική τους πόρτα και η οικογένεια δυσκολευόταν να επιβιώσει. Έτσι με μεγάλη θλίψη έδωσαν την Αλίκη στο Γιάγκο και στην Ερμιόνη που δεν είχαν παιδιά και ήταν ευκατάστατοι. Αυτή η εξαθλίωση θα επικρατούσε βέβαια και σε άλλες οικογένειες. Πολλοί Μικρασιάτες είχαν παρασυρθεί και εκείνες τις δύσκολες ώρες δεν μπορούσαν να επιβιώσουν.

Ο ελληνικός στρατός συνέχιζε την προέλασή του αλλά κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την καταστροφή που θα επακολουθούσε. Οι Τούρκοι αιφνιδίασαν τους Έλληνες και το 1922 μπήκαν στη Σμύρνη. Η Αλίκη μαζί με την Ερμιόνη ήταν από τους τυχερούς που επιβιβάστηκαν πολύ νωρίς σε πλοίο και έφτασαν στον Πειραιά.

Η μικρασιατική καταστροφή ήταν γεγονός. ʼνδρες, γυναίκες και παιδιά συνωστίζονταν στο λιμάνι για να γλιτώσουν από την κόλαση που επικρατούσε εκείνες τις ώρες στη Σμύρνη. Ήταν πολύ δύσκολο να αντέξουν οι άνθρωποι τόσο μεγάλη συμφορά. Έφευγαν και άφηναν πίσω τους τα σπίτια, τις περιουσίες τους, τη ζωή τους ολόκληρη. Μια μητέρα μάλιστα αντί να πάρει το μωρό της από την κούνια άρπαξε το μαξιλάρι! Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να αντέξουν τόσο πόνο και δυστυχία και πολλοί έχαναν τα λογικά τους. Τη σωτηρία την αναζήτησαν οι Μικρασιάτες στην Αθήνα και στον Πειραιά. Έγιναν πρόσφυγες.

Και στη νέα τους πατρίδα όμως η ζωή δεν ήταν καθόλου εύκολη. Οι Αθηναίοι τους αντιμετώπισαν με δυσπιστία και ζήλια. Ενάμιση εκατομμύριο πρόσφυγες βρέθηκαν να αναζητούν μια καλύτερη μοίρα. Δυσκολεύονταν να βρουν σπίτι, δουλειά και δε μπορούσαν να ζήσουν. Δεν ήταν και λίγες οι περιπτώσεις που οι ντόπιοι τους εκμεταλλεύονταν και τους συμπεριφέρονταν με περιφρόνηση και υποτιμητικά.

Η Αλίκη μπορεί να ένιωθε θλίψη που δε ζούσε με την οικογένειά της αλλά οι συνθήκες ζωής της ήταν αρκετά καλές. Ευτυχώς η οικογένειά της σώθηκε, ζούσε όμως μέσα στη φτώχεια και στην ανέχεια.

Η μεγάλη της αδελφή αναγκάστηκε να παντρευτεί έναν άνδρα που δεν αγαπούσε και ήταν χρόνια μεγαλύτερός της, ενώ ο αδελφός της ταξίδεψε στη θάλασσα, μολονότι τη φοβόταν. Και ο πατέρας της όμως ο Βασιλάκης αναζητούσε μάταια δουλειά. Οι αναμνήσεις της παλιάς ζωής και των μεγαλείων του και η πραγματικότητα που ζούσε τον έκαναν να αισθάνεται εντελώς ανίκανος.

Η επιβίωση στην καινούρια πατρίδα ήταν πολύ δύσκολη για όλους τους πρόσφυγες. Σιγά σιγά όμως οι πρόσφυγες άρχισαν να συνηθίζουν στην καινούρια της ζωή. Συνειδητοποίησαν ότι δεν έπρεπε να έχουν όνειρα για επιστροφή στη Σμύρνη και προσπαθούσαν να κάνουν καλύτερη τη ζωή τους. Και τα κατάφεραν. Βελτίωσαν τη ζωή τους αλλά ανανέωσαν και την Ελλάδα ,συνέβαλαν στην προκοπή της και αποτέλεσαν αναπόσπαστο κομμάτι του Ελληνικού λαού.

Η μικρασιατική καταστροφή αποτελεί ένα θλιβερό κομμάτι της ιστορίας μας. Αυτό φάνηκε καθαρά από το έργο της Διδώς Σωτηρίου. Ο πόνος , η δυστυχία, το ξεκλήρισμα των οικογενειών των Ελλήνων μας συγκινούν και μας γεμίζουν θλίψη. Οι Μικρασιάτες ενθουσιάστηκαν και ήθελαν να απελευθερωθούν. Οι βιαστικές κινήσεις όμως των ελληνικών κυβερνήσεων δεν είχαν θετικά αποτελέσματα. Αντίθετα προκάλεσαν την οργή και τα αντίποινα των Τούρκων.

Διαβάζοντας την αληθινή ιστορία Της Αλίκης Μάγη, τα συναισθήματά μας είναι ανάμεικτα Νιώθουμε λύπη, μελαγχολία και συμπονούμε όλους εκείνους που βασανίστηκαν τα σκληρά εκείνα χρόνια. Ταυτόχρονα νιώθουμε και θυμό για τα αντίποινα των Τούρκων και τη βαρβαρότητα που επέδειξαν απέναντι σε αθώους. Επίσης θυμό και οργή απέναντι σε εκείνους τους Έλληνες που δεν αγκάλιασαν τους πρόσφυγες αλλά τους εκμεταλλεύτηκαν. Περισσότερο όμως μας κατακλύζει η απογοήτευση για εκείνους τους ανθρώπους που αποφασίζουν να κάνουν πόλεμο για οικονομικά ή άλλα συμφέροντα και δεν ενδιαφέρονται για τις ανθρώπινες ζωές που χάνονται. Ένας πόλεμος μόνο συμφορές μπορεί να προκαλέσει και αυτό θα πρέπει επιτέλους να το συνειδητοποιήσουν όλοι.

Και σε ό,τι αφορά στη Μικρασιατική καταστροφή μας έμεινε αναπάντητο ένα ερώτημα. Γιατί προσπάθησαν οι άνθρωποι να λύσουν τις διαφορές τους με τα όπλα; Γιατί σκότωναν εκείνους που μέχρι τότε ήταν φίλοι τους και ζούσαν μαζί; Μπορούσαν να επιλύσουν τις τυχόν διαφορές τους ειρηνικά, με το διάλογο. Μπορούσαν να αποφύγουν όλο αυτό τον πόνο και τη δυστυχία και να μην κλαίμε για τις χαμένες μας πατρίδες σήμερα.(Διακάκης Βασίλης, Βουτυράκος Σταύρος, Δημητρόπουλος Δημήτρης)

Καταγράψαμε αφηγήσεις προσφύγων του 1922 και συγγενών τους, με αποτέλεσμα μέσα από τα προσωπικά τους βιώματα να αντλήσουμε πληροφορίες για τις συνθήκες ξεριζωμού τους, τα βάσανά τους και τη ζωή τους στην καινούργια τους πατρίδα , την Ελλάδα και ειδικότερα στην πόλη μας

Επισκεφτήκαμε γι ΄αυτό το σκοπό το Β΄ ΚΑΠΗ του Δήμου μας όπου συναντήσαμε γέροντες και γερόντισσες από τους οποίους ζητήσαμε να μας αφηγηθούν ό,τι γνωρίζουν για την εποχή εκείνη. Μας πρόσφεραν και μια βιντεοταινία με σχετικό θέμα την οποία προβάλαμε στη βιβλιοθήκη του σχολείου μας.

Για την ολοκλήρωση της εργασίας μας δανειστήκαμε βιβλία από τη βιβλιοθήκη του Κερατσινίου «Μελίνα Μερκούρη» και από τη βιβλιοθήκη του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

Στις 13 Αυγούστου 1922 οι δυνάμεις του Κεμάλ εξαπολύουν γενική επίθεση σε μέτωπο 50 χιλιομέτρων. Η ελληνική άμυνα διασπάται και ο στρατός υποχρεώνεται σε άτακτη υποχώρηση. Μέσα σε είκοσι ημέρες ο ελληνικός στρατός έχει εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία. Στις 27 Αυγούστου οι Τούρκοι εισέρχονται στη Σμύρνη για να ακολουθήσει ένα όργιο σφαγών και λεηλασιών, υπό τα απαθή βλέμματα των αξιωματικών του συμμαχικού στόλου που σταθμεύει έξω από το λιμάνι. Η ελληνική και αρμένικη συνοικία πυρπολούνται. Ενώ μαινόταν η πυρκαγιά, χιλιάδες κάτοικοι συγκεντρώθηκαν πανικόβλητοι στη προκυμαία προσπαθώντας μα κάθε τρόπο να εγκαταλείψουν τη Σμύρνη. Μέχρι να φτάσουν όμως στην προκυμαία οι Τούρκοι έκλεβαν, σκότωναν. ʼρπαζαν κορίτσια και μάζευαν τους άντρες από 18 εως 45 ετών. Πολλοί άντρες και κορίτσια για να γλιτώσουν ντύνονταν γέροντες και γερόντισσες ή κρυβόταν στα μνήματα. Οι Έλληνες κατά τη φυγή τους προσπαθούσαν να πάρουν εικόνες, χρήματα, χρυσαφικά, οτιδήποτε θα βοηθούσε να πληρώσουν και να φύγουν και για να μην τους τα πάρουν όλα σκέφτονταν διάφορους τρόπους όπως βαλίτσες με διπλό πάτο, όπου έκρυβαν τις λίρες και άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Πολλοί έθαψαν τα υπάρχοντά τους έχοντας την ελπίδα ότι μια μέρα θα επιστρέψουν. Κάποιοι, αργότερα, γύρισαν να τα πάρουν αλλά τα είχαν πάρει όλα οι Τούρκοι.

Οι περισσότεροι για να μπορέσουν να μπουν στα πλοία έπρεπε να λαδώσουν κάποιον. Μάλιστα, η κυρία Σεβαστή Ιωαννίδου μας ανέφερε και ένα περιστατικό που αφορούσε στη γιαγιά της που καταγόταν από τις Παλαιές Φώκαιες της Σμύρνης: «Όταν πήγε να επιβιβαστεί στο καΐκι μαζί με τα παιδιά της, τη σταμάτησε ένας τούρκος και της ζήτησε το δακτυλίδι το οποίο κρεμόταν κάτω από το φουστάνι της με αντάλλαγμα να τη βάλει στο καΐκι. Τότε του το πέταξε στα μούτρα και εκείνος την έσπρωξε απότομα για να μπει στο καΐκι με αποτέλεσμα να πιαστεί το δάχτυλό της και να λιώσει. Και από τότε αυτό το δάχτυλο η γιαγιά μου το ονόμασε το δάχτυλο του Τούρκου».

Έτσι χάνοντας αγαπημένα πρόσωπα, το σπίτι τους, το βιος τους έφταναν στο λιμάνι ελπίζοντας σε μια θέση στο πλοίο. Όμως, όταν πλησίαζαν τα αγγλικά και τα γαλλικά πολεμικά καράβια έχυναν ζεματιστό νερό ή τους έκοβαν τα χέρια. Καμένοι στη ξηρά, πνιγμένοι στη θάλασσα. Ακόμα και από τους πνιγμένους οι Τούρκοι αφαιρούσαν ό,τι πολύτιμο είχαν.

Τα προβλήματα όμως δε σταμάτησαν εκεί. Πολλοί αρρώστησαν από τις κακουχίες στα πλοία. Η φυματίωση, η χολέρα έκαναν πολλούς να μην προλάβουν να έρθουν στην Ελλάδα. Πέθαιναν στη διάρκεια του ταξιδιού και τους πέταγαν στη θάλασσα. Όσοι έφτασαν στην Ελλάδα και ήταν άρρωστοι μπήκαν σε καραντίνα μέχρι να γίνουν καλά. Όσοι ήρθαν στην Αττική τους πήγαν στο νησί του Αγίου Γεωργίου για ανάρρωση και μετά στη Νίκαια στο Κερατσίνι, στη Δραπετσώνα και αλλού.

Φτάνουν στον Πειραιά κοιτάζουν ανήσυχα, λυπημένα, κάνουν το σταυρό τους που κατάφεραν να γλιτώσουν τη φωτιά και τη σφαγή των τσέτηδων και ευχαριστούν το θεό για η σωτηρία τους.

Στο λιθόστρωτο της αποβάθρας που βγαίνουν οι ξεριζωμένοι της Μικράς Ασίας, πραγματικά ανθρώπινα ράκη, παίρνουν διαταγή από τους υπεύθυνους της κρατικής υπηρεσίας περίθαλψης και αποκατάστασης προσφύγων, να κατευθυνθούν στις αποθήκες του εργοστασίου που βρισκόταν στο πίσω μέρος της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Εκεί τους δίνουν τροφή και τους βεβαιώνουν ότι θα φροντίσουν να τους τακτοποιήσουν όσο μπορούν ανθρωπινότερα και ότι θα φέρουν φάρμακα στους αρρώστους.

Οι ξεριζωμένοι Μικρασιάτες ζούσαν στις αποθήκες εκείνες στοιβαγμένοι όπως τα κιβώτια εμπορευμάτων. Τα πλοία που φτάνουν στον Πειραιά, ελληνικά και ξένα, πολιορκούνται από μεγάλους και παιδιά, για λίγο μαγειρεμένο φαγητό και τσιγάρα.

Ένας μήνας περνά και μεταφέρονται σε άλλα σημεία του Πειραιά και της Αθήνας. Γύρω στις 3000 χιλιάδες φτάνουν στα Ταμπούρια για να ζήσουν σε παράγκες που φτιάχτηκαν με τη βοήθεια της κυβέρνησης αλλά και με δικά τους χρήματα από κάποια κοσμήματα που τους είχαν απομείνει. Η κυρία Κυριακή Εμμανουηλίδου μας αφηγείται: « Έκαναν πλίθρες με χώμα για να κατασκευάσουν τους τοίχους των σπιτιών τους και έβαζαν για σκεπή λαμαρίνες….τον καιρό εκείνο δεν υπήρχε το γκάζι για να μαγειρέψουν και άνοιγαν γκαζοντενεκέδες, τους έχτιζαν και έκαναν το λεγόμενο «μαγκάλι» (φουφού) για να φτιάξουν φαγητό».

Οι παράγκες αυτές βρίσκονταν για αρκετά χρόνια, στον ʼγιο Παντελεήμονα, στην Αμφιάλη, στην Ευγένεια και στην Ανάσταση.

Οι συνθήκες ζωής δύσκολες, άρχισαν και να δουλεύουν σε διάφορες εργασίες όπως παπλωματάς, γανωτζής, τσαγκάρης κ. λ. π και σιγά -σιγά εντάχτηκαν πλήρως στην ελληνική κοινωνία διατηρώντας τις παραδόσεις τους ,τους χορούς τους, τα φαγητά τους που τα παρασκευάζουν μέχρι σήμερα οι απόγονοί τους. Ποντιακά παραδοσιακά φαγητά: φασόλια με μαύρα λάχανα, χαβίτσι με καλαμποκάλευρο, το πασκιτάν, το σούρβα, τα βερένικα, το μπορτς, μακαρίνα, βριστό, πουρμάς κ. α

Συνεντεύξεις

-  Πώς ονομάζεστε παρακαλώ;

Κυριακή Εμμανουηλίδου

-  Κατάγεστε από τη Μικρά Ασία;

Ναι, οι γονείς μου γεννήθηκαν εκεί, και έφυγαν όταν έγινε ο ξεκληρισμός το 1922.

-  Αν επιτρέπετε πόσο χρονών είστε;

Είμαι εξήντα χρονών.

-  Μπορείτε να μας διηγηθείτε γεγονότα από εκείνο τον καιρό, βέβαια όσα και εσάς σας έχουν αναφέρει οι γονείς σας;

Όταν έγινε ο ξεκληρισμός στη Μικρά Ασία και στο Πόντο, ήρθαν το έτος 1922 άνθρωποι απελπισμένοι και δυστυχισμένοι , στην Ελλάδα. Μπήκαν οι Τούρκοι μέσα στον τόπο τους, τους έδιωξαν, έκαψαν τα σπίτια τους, πολλούς τους αποκεφάλισαν, τους σκότωσαν και άλλους τους πήραν μαζί τους. Τους έπαιρναν τα πολύτιμα πράγματά τους( χρήματα, κοσμήματα) το βιος τους. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς την Ελλάδα πολλοί είχαν κολλητικές αρρώστιες και για να μην κολλήσουν και οι υπόλοιποι τους πέταγαν στη θάλασσα, όπως χολέρα, πανούκλα, φυματίωση.

-  Όταν έφτασαν αυτοί οι άνθρωποι πού πήγαν;

ʼλλοι πήγαν Νάξο, άλλοι Πάτρα, άλλοι Γιάννενα. Αυτοί που έμειναν Αττική τους πήγαν στο νησί του Αγίου Γεωργίου για καραντίνα για τη χολέρα. Αφού κάθισαν εκεί 40 ημέρες για ανάρρωση με τη βοήθεια των γιατρών, έφυγαν πήγαν Δραπετσώνα, Νίκαια, Κερατσίνι και αλλού όπου και διαμένουν μέχρι και σήμερα. Αυτοί που εγκαταστάθηκαν στη Δραπετσώνα διατήρησαν τα ήθη και έθιμά τους από τη ζωή που έκαναν στον Πόντο. Όπως παραδόσεις, χοροί, φαγητά, συνάξεις. Όλα αυτά τους έδιναν κάποια δύναμη στην προσφυγιά τους, στον πόνο τους, στην ανέχειά τους, γιατί ήταν παντελώς δυστυχισμένοι, δεν είχαν τίποτα δικό τους.

-  Τι τους ένωνε τότε για να μπορέσουν να συνεχίσουν να ζουν;

Ένα από αυτά που τους ένωναν ήταν το τραγούδι και ο χορός τους, ο οποίος ήταν εμπόλεμος. Οι παραδοσιακοί αυτοί χοροί έχουν την ιδιότητα να είναι ενωμένοι οι άνθρωποι με τα χέρια το οποίο δείχνει την ενότητα τη δύναμη που πρέπει να έχουν οι Έλληνες για την πατρίδα τους.

-  Όταν ήρθαν πού έμειναν, εφόσον δεν είχαν καμία περιουσία και με τι λεφτά ζούσαν;

Έκαναν πλίνθρες με χώμα για να κατασκευάσουν τους τοίχους των σπιτιών τους και έβαζαν για σκεπή λαμαρίνες. Σιγά σιγά άρχισαν να δουλεύουν σε ότ,ι ιδιότητα ήξερε ο καθένας όπως γανωντζής( γάνωνε τα ταψιά και τα τσουκάλια), παπλωματάς, τσαγκάρης κ.α. Τον καιρό εκείνο δεν υπήρχε το γκάζι για να μαγειρέψουν και άνοιγαν γκαζοντενεκέδες, τους έχτιζαν και έκαναν το λεγόμενο «μαγκάλι» (φουφού) για να φτιάξουν φαγητό.

-  Θα μπορούσατε να μας αναφέρετε παραδοσιακά φαγητά του Πόντου;

Φασόλια με μαύρα λάχανα, χαβίτσι με καλαμποκάλευρο, το τρίμμα, το σούρβα( αποφλοιωμένο όσπριο σπασμένο σαν πλιγούρι), το πασκιτάν, το βερένικα, το μπορτς( ρώσικη σούπα, χορτόσουπα), μακαρίνα, βριστό( ανοίγουν φύλλο και το ψήνουν πάνω σε καυτές λαμαρίνες, τα στοιβάζανε και τα κόβανε σαν χυλόπιτες), ντολμάδες με μαύρα λάχανα, πουρμάς( κρεατόπιτα) κ.α

-  Πώς κυλούσε η ζωή, όταν μπόρεσαν σιγά σιγά να επιβιώσουν;

Η ζωή κυλούσε ωραία, μπόρεσαν να επιβιώσουν στον ξένο γι΄ αυτούς τόπο. Βέβαια τους βοήθησε και η πολιτεία δίνοντάς τους σπίτια, τα λεγόμενα προσφυγικά. Οι απόγονοι των προσφύγων έγιναν η καινούρια ελληνική γενιά μας. Ο πρώτος Έλληνας πρόσφυγας είναι ο Κ. Παρασκευαϊδης, ο αρχιεπίσκοπός μας, ο Κ. Στεφανόπουλος κ.α

-  Πώς ονομάζεστε;

Ονομάζομαι Σεβαστή Ιωαννίδου και κατάγομαι από τη Μικρά Ασία με πατέρα γεννημένο στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και μητέρα γεννημένη στα ʼδανα.

-  Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα για τους γονείς σας;

Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1912 ο οποίος στην ηλικία των 12 χρόνων ήρθε στην Ελλάδα. Η μητέρα μου γεννήθηκε το 1916 και ήρθε 6 χρονών εδώ.

-  Πώς ήρθαν οι γονείς στην Ελλάδα;

Ο πατέρας μου Νικόλαος το 1922 μαζί με τη μητέρα τους Σεβαστή, τον πατέρα του Πρόδρομο και τα αδέλφια του( Ιωάννης και Μαρία) φύγανε από τη Μικρά Ασία παίρνοντας μαζί τους μόνο μια βαλίτσα που είχε διπλό πάτο για να κρύβουν εκεί μέσα τις λίρες. Επίσης η γιαγιά μου έβαλε όλα της τα χρυσά βραχιόλια στα χέρια της τα οποία έφταναν μέχρι τον αγκώνα. Για να μην της τα πάρουν τα είχε κρύψει καλά κάτω από τα μανίκια της μπλούζας της. Αφήσαμε πίσω λίρες τις οποίες είχαμε κρύψει κάτω από το έδαφος και στους τενεκέδες. Αργότερα γυρίσαμε να τα πάρουμε αλλά τα είχαν πάρει όλα οι Τούρκοι.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού η γιαγιά μου έπαθε χολέρα και την πέταξαν μέσα σε ένα κιβώτιο στο Βόλο. Όταν ο γιος της έφτασε στον Πειραιά, πήρε την απόφαση να φύγει να πάει στο Βόλο να ψάξει για τη μητέρα του. Έψαξε σε όλα τα νοσοκομεία αλλά δυστυχώς η μητέρα του είχε πεθάνει.

-  Θυμάστε κανένα άλλο γεγονός το οποίο σας έκανε εντύπωση, όταν το ακούσατε;

Θυμάμαι ότι η γιαγιά μου η Σοφία η οποία καταγόταν από τις Παλαιές Φώκαιες της Σμύρνης, όταν πήγε να αποβιβαστεί στο καΐκι μαζί με τα παιδιά της την σταμάτησε ένας Τούρκος και της ζήτησε το δακτυλίδι το οποίο κρεμόταν κάτω από το φουστάνι της με αντάλλαγμα να τη βάλει στο καΐκι. Τότε του το πέταξε στα μούτρα και εκείνος την έσπρωξε απότομα για να μπει στο καΐκι με αποτέλεσμα να πιαστεί το δάχτυλό της και να λιώσει. Και από τότε το δάχτυλο αυτό η γιαγιά το ονόμασε το δάχτυλο του Τούρκου.

-  Έχετε κάποιο αντικείμενο που σας έδωσαν οι συγγενείς σας από τη Μικρά Ασία;

Έχω ένα σταυρό ο οποίος είναι φτιαγμένος από 2 λίρες του 1919.

-  Γνωρίζετε γεγονότα από τη Μικρά Ασία ή μήπως κατάγεστε από εκεί;

Ξέρω γεγονότα, γιατί η γιαγιά μου ήταν από τη Μικρά Ασία

-  Πριν φύγετε από τη Μικρά Ασία και πριν έρθουν οι Τούρκοι, πώς ζούσαν οι Έλληνες εκεί;

Στην αρχή οι Έλληνες ζούσαν φτιάχνοντας διάφορα χειροποίητα έργα, π.χ δαντελωτά υφάσματα, κουβέρτες ακόμα και ολόκληρα χαλιά αλλά ασχολούνταν και με αγροτικές δουλειές…

-  Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στη Μικρά Ασία τι κατάσταση επικράτησε;

Αργότερα με τον ερχομό των Τούρκων, η κατάσταση που επικράτησε ήταν τραγική. Οι Τούρκοι έκαναν μεγάλες καταστροφές και επίσης έπαιρναν όλα τα ρούχα, κοσμήματα και άλλα αντικείμενα μεγάλης αξίας. Μερικά κοσμήματα οι Έλληνες τα είχαν θάψει μέσα στο χώμα και έτσι δεν έπεσαν στα χέρια των Τούρκων.

-  Μιλήστε μας για τη στιγμή που οι Έλληνες αποφάσισαν να φύγουν από τη Μικρά Ασία σαν πρόσφυγες.

Οι περισσότεροι Έλληνες δεν μπορούσαν να ζήσουν με αυτό τον τρόπο και γι αυτό θέλησαν να φύγουν, πήραν μαζί τους εικόνες, που μπόρεσαν να τις κρύψουν από τους Τούρκους, προσπάθησαν να φύγουν με οποιοδήποτε τρόπο, οι Τούρκοι προσπάθησαν να τους εμποδίσουν και κατάφεραν να πάρουν κάποιους Έλληνες( άντρες), γιατί τους ήθελαν να δουλεύουν γι αυτούς. Κάποιοι Έλληνες έμειναν όμως στη Μικρά Ασία.

-  Οι Έλληνες που έφυγαν πώς ξαναέφτιαξαν τη ζωή τους, πώς κατάφεραν να βρούν χρήματα;

Πολλοί προσπάθησαν να βρουν εργασία και άλλους τους βοήθησε το κράτος…

-  Μπορείτε να μας πείτε καμιά Μικρασιατική ιστορία;

Ναι, ξέρω μία που μου την έλεγε η γιαγιά μου…Ήταν στη Μικρά Ασία ένας Έλληνας, ο οποίος ήταν παντρεμένος με ένα παιδί και είχε ένα καφενείο. Μια μέρα είδε τη γυναίκα του Έλληνα ένας Τούρκος και του άρεσε. Ντύθηκε λοιπόν χανούμισσα( ο Τούρκος), μπήκε στο καφενείο και λέει στον Έλληνα: « Είναι κρίμα να έχεις τη γυναίκα και το παιδί σου μέσα στο καφενείο και καλύτερα θα ήταν να πάω τη γυναίκα σου και το παιδί σου στο σπίτι σας» Ο Έλληνας δέχτηκε… Αφού φτάσανε στο σπίτι η γυναίκα πήγε σε ένα δωμάτιο για να αφήσει το παιδί της και γυρνώντας το κεφάλι της είδε τον Τούρκο που του έπεσε ο φερετζές και κατάλαβε( η γυναίκα) ότι ήταν άντρας η χανούμισσα. Εκείνη τρομαγμένη χωρίς να προλάβει να πάρει το μωρό της κρύφτηκε σε ένα μυστικό υπόγειο που είχαν στο σπίτι. Ο Τούρκος δεν κατάλαβε που πήγε η γυναίκα. Την έψαχνε σε όλο το σπίτι και της φώναζε ότι άμα δεν εμφανιστεί θα σκοτώσει το παιδί της! Εκείνη δε βγήκε και προτίμησε να σκοτωθεί το παιδί της παρά να τουρκέψει…»

Όνομα: Μαρία Προδρόμου( Χαϊδευτικό Μιμία)

Παππούς της Μιμίας από τη μεριά της μητέρας της ήταν ο Σαλτέλης, δάσκαλος στην Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ζούσε ο Σαλτέλης με τη γυναίκα και την κόρη του. Η κόρη του έμαθε στη Σχολή γαλλικά, πιάνο και ζωγραφική. ‘Όταν παντρεύτηκε τον πατέρα της Μιμίας που ήταν γιατρός έμειναν στο Αϊβαλί. Εκεί είχαν όλα τα καλά. Ο πατέρας της Μιμίας ήταν αγαπητός σε όλους και στους Τούρκους.

Μήνες πριν την καταστροφή της Μικράς Ασίας κάποιοι από τις υψηλές τάξεις ειδοποιήθηκαν, έφυγαν νωρίς και πήραν τα πράγματά τους. Η οικογένεια της Μιμίας μαζί με πολλούς άλλους έφυγαν τη μέρα της Μικρασιατικής καταστροφής. Μαζί με τον πατέρα της έθαψαν τα υπάρχοντά τους και πήραν μαζί τους μόνο λίγες λίρες και μια εικόνα της Παναγίας που η Μιμία έκρυψε επάνω της. Όταν κατέβηκαν στο λιμάνι, τα πλοία ήταν γεμάτα. Όποιος τα πλησίαζε του έκοβαν τα χέρια και ο πατέρας της Μιμίας λάδωσε έναν Τούρκο για να μπουν στο πλοίο και να έχουν μαζί αυτά που πήραν.

Έφτασαν στη Μυτιλήνη, στην αρχή δε δέχονταν τους πρόσφυγες εκεί, τελικά έμειναν λίγες μέρες, και ενώ η Μιμία γύρναγε στο σπίτι είδε ένα φέρετρο έξω από το σπίτι τους, ο πατέρας της είχε πεθάνει. Μετά το θάνατο του πατέρα της, η μητέρα της ζωγράφιζε και πούλαγε πίνακες για να ζήσουν.

Μεγαλώνοντας η Μιμία ήρθε στην Αθήνα και έπιασε δουλειά σε ένα δικηγορικό γραφείο. Εκεί γνώρισε και τον άντρα της που ήταν λογοτέχνης, δημοσιογράφος. Λεγόταν Θαλής Πρόδρομος, ή Κώστας Θρακιώτης ο οποίος είχε κάνει εξορία στη Μακρόνησο παρέα με το Γιάννη Ρίτσο.

Η Μιμία δεν απόκτησε ποτέ δικά της παιδιά.

Τη συνέντευξη του κυρίου Καλαϊτζή Ευστράτιου, ύστερα από παράκλησή του, δε τη δημοσιεύουμε αλλά αξιοποιήσαμε τα ιστορικά στοιχεία που περιελάμβανε.

(Αγγελοπούλου Αρχοντία, Γουρουντή Αναστασία, Καρβούνη Αντωνία, Καφετζή Αθανασία, Καφετζής Γιάννης, Κουτσουλάφτη Ειρήνη)

Αντλήσαμε πληροφορίες από συνεντεύξεις και από άλλες πηγές για τους προσφυγικούς οικισμούς της περιοχής μας. Μελετήσαμε την αρχιτεκτονική τους, την κατάστασή τους, την ιστορία τους, και τους φωτογραφίσαμε.

Πήγαμε στην πλατεία Κύπρου όπου βρίσκονται τα προσφυγικά και συναντήσαμε τον κύριο Θωμά Κανελλόπουλο ο οποίος είναι πρόεδρος του συλλόγου προσφύγων «Πρόοδος». Συζητήσαμε μαζί του και μας έδωσε χρήσιμες πληροφορίες για τη ζωή των προσφύγων και τα προβλήματα με τον προσφυγικό οικισμό. Μέσα από πολύωρη συζήτηση μάθαμε πως «οι πρώτοι πρόσφυγες ζούσαν στοιβαγμένοι σε παράγκες δίπλα στο νεκροταφείο της Αναστάσεως, στον ʼγιο Παντελεήμονα και αλλού. Σε κάθε παράγκα ζούσε μια οικογένεια με δυο ή τρία παιδιά… Ύστερα από αρκετά χρόνια κατασκευάστηκαν τα διώροφα της Ανάστασης τα οποία όμως δεν επαρκούσαν για όλους… Τα σημερινά σπιτάκια στα Ταμπούρια παραχωρήθηκαν στους πρόσφυγες το 1949, όταν ήταν βασιλιάς ο Παύλος». Μας είπε επίσης για την πρόταση ανάπλασης του προσφυγικού οικισμού στα Ταμπούρια από το σύλλογο και από το Δήμο, γιατί η κατάσταση των αναχρονιστικών μικρών διαμερισμάτων δεν είναι η κατάλληλη για την εξυπηρέτηση των κατοίκων αλλά και για τις διαμαρτυρίες και τις αντιρρήσεις των κατοίκων του συνοικισμού που δε συμφωνούν με την παραχώρηση 50-60 ή 70 τμ στις πολυκατοικίες που πρόκειται να δημιουργηθούν και έτσι το πρόβλημα παραμένει χωρίς λύση. Κάποιοι αντιδρούν και με την ανέγερση πενταόροφων ή εξαόροφων πολυκατοικιών.

Επιπλέον μας δόθηκε η ευκαιρία να παρατηρήσουμε κάποια σπιτάκια του συνοικισμού . Εκεί όπου συγκεντρώθηκε η προσφυγιά και οργανώθηκε σε συνοικίες, οι οποίες περικλείουν στο εσωτερικό τους αναμνήσεις και τις εικόνες της μικρασιατικής καταστροφής και έχουν μεγαλώσει γενιές και γενιές προσφύγων. Τα σπιτάκια των συνοικιών είναι πανομοιότυπα, έχουν σχήμα κύβου και είναι χαμηλού ύψους. Τα περισσότερα έχουν ισόγειο και έναν όροφο ενώ συναντήσαμε και ισόγεια διαμερίσματα. Πολλά από αυτά έχουν αναπαλαιωθεί, ανακαινιστεί και εκσυγχρονιστεί. Σε μερικά όμως ο χρόνος έχει αφήσει τόσο ανελέητα τα σημάδια του και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της κατάρρευσης. Τα περισσότερα από αυτά έχουν πουληθεί ή τα έχουν πρόσφυγες οι οποίοι θεωρούν ντροπή να τους αποκαλούν πρόσφυγες, γι΄ αυτό και στην ερώτησή μας αν είναι πρόσφυγες αντί να είναι περήφανοι που είναι, μας απάντησαν κατηγορηματικά όχι!

Καταφέραμε να επισκεφτούμε και το εσωτερικό ενός προσφυγικού σπιτιού στο οποίο απουσίαζαν τα στοιχεία της ευρυχωρίας και της πολυτέλειας. Μικρό, στενάχωρο, ελάχιστων τετραγωνικών μέτρων αλλά που διέθετε ένα καλό που ελάχιστα σπίτια στη σημερινή τσιμεντούπολη που ζούμε έχουν: την αυλή στο μπροστινό τμήμα του. Τσιμεντένιο δάπεδο με γλάστρες, καλλωπιστικά φυτά και εσπεριδοειδή. Στο εσωτερικό του φτωχικό, με λίγα έπιπλα, μόνο τα απαραίτητα. Ένα κύριο δωμάτιο που αποτελεί τον κεντρικό άξονα του σπιτιού, και παραπλεύρως μικρά δωμάτια που όμως δε μας επέτρεψαν να τα επισκεφτούμε.

Επίσης πολύτιμη βοήθεια μας πρόσφερε ο κύριος Επαμεινώνδας Σαρανταένας, ο οποίος δέχτηκε να μας μιλήσει και να μας πει όλα αυτά που συνέβησαν από το 1922 και αφορούν στους πρόσφυγες , στη ζωή τους, και τις δυσκολίες που συνάντησαν κατά τον ερχομό τους. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την αφήγησή του: « Οι πρόσφυγες από τη Σμύρνη κατέφθασαν στο Πειραιά και τις γύρω παραθαλάσσιες περιοχές με κάθε μέσον…στοιβαγμένοι σαν τσαμπιά σταφύλια τους πέταξαν στο λιμάνι για να φτιάξουν την τύχη τους. Τους έδωσαν κάποια ξύλα, κάποιες σανίδες να πάνε να φτιάξουν μια παράγκα για να ζήσουν. Βρέθηκαν σε τραγική κατάσταση…άνεργοι , άστεγοι, άποροι στερούνταν το καθετί που ήταν απαραίτητο για τη ζωή… Προσπάθησαν να δημιουργήσουν την καινούρια τους ζωή δουλεύοντας σαν αχθοφόροι στο λιμάνι, στις οικοδομές και αλλού…Δεν υπήρξε πρόβλημα αφομοίωσή τους στο Κερατσίνι, γιατί από τους 100 κατοίκους οι 95 ήταν πρόσφυγες και δημιούργησαν μια πόλη η οποία ανέπτυξε πολιτισμό…ανέπτυξαν δραστηριότητα καλλιτεχνική, πνευματική και το Κερατσίνι έχει να επιδείξει πάρα πολλά χάρη σ΄ αυτούς… όταν ήρθαν εγκαταστάθηκαν σε παράγκες ακόμη και απέναντι από το σχολείο σας, όπου έζησαν από το 1922 ως το 1940 που κηρύχτηκε ο πόλεμος. Όταν έγιναν οι βομβαρδισμοί ζούσαν σε αυτές τις παράγκες και ύστερα από αγώνες και κινητοποιήσεις και με την είσπραξη της ανταλλάξιμης περιουσίας, ύστερα από συμφωνία των κυβερνήσεων Ελλάδας –Τουρκίας χτίστηκαν κάποια σπίτια για την αποκατάσταση των προσφύγων… Υπάρχουν ακόμη και στην περιοχή των Ταμπουρίων απέναντι από το Δημαρχείο , από το σχολείο σας που είναι τα προσφυγικά στου Καραχμάνογλου…στην Αμφιάλη τα περίφημα πέτρινα κατά μήκος της οδού Τσαλδάρη…»

Επιπρόσθετα δόθηκε η ευκαιρία σε μέλη της αμάδας μας να παρακολουθήσουν στο θέατρο «Μελίνα Μερκούρη» την προβολή του ντοκιμαντέρ « Κερατσίνι. Παλιοί και νέοι πρόσφυγες» της Καλλιόπης Λεγάκη και Μιρέλας Γεντέκου στις 26 Ιανουαρίου 2004, όπου μικρασιάτες πρόσφυγες αλλά και σημερινοί μετανάστες αναφέρθηκαν στους λόγους που τους οδήγησαν στην Ελλάδα και στις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν.

Μέσα από τα λεγόμενα των παλαιών Ελλήνων προσφύγων διαπιστώσαμε την πίκρα τους για τον ξεριζωμό τους από τη γενέθλια γη τους. ʼλλοι τα «έβαζαν» με το Γούναρη, άλλοι με τον τότε βασιλιά ,άλλοι με τον Βενιζέλο και άλλοι με τους ʼγγλους και τους Γάλλους κατηγορώντας τους ότι «πούλησαν» τους Έλληνες. « Η Σμύρνη δεν ήταν Τούρκισσα, ούτε του Κεμάλη αλλά μας πρόδωσαν οι ʼγγλοι και οι Γάλλοι» σιγοψιθύριζαν πολλοί Έλληνες. Οι συνθήκες ζωής τους εδώ ήταν άθλιες, έκαναν ό,τι δουλειά έβρισκαν για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Κάποιοι ήταν μικρέμποροι(παραγιοί) και πουλούσαν κάλτσες, νερό, λουκούμια κ. λ .π απ΄ όπου και το τραγουδάκι: Δυο δεκάρες και τα δυο το λουκούμι το νερό! Και σα να μην έφταναν όλα αυτά είχαν να αντιμετωπίσουν και την καχυποψία και την αρνητική στάση απέναντί τους κάποιων ντόπιων που τους έλεγαν «Παλιότουρκους», και «Τουρκόσπορους» και «θα σε φάει ο πρόσφυγας!»

Οι σημερινοί ξένοι μετανάστες αναφέρθηκαν στους πολέμους ή στην άσχημη οικονομική τους κατάσταση που τους έφερε στην πατρίδα μας για μια καλύτερη ζωή και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα οποία δε διαφέρουν και πολύ από τα προβλήματα που είχαν οι Έλληνες πρόσφυγες του 1922. Η αντιμετώπιση που έχουν από μια μερίδα Ελλήνων δεν είναι πάντα η καλύτερη.

Μετά την ολοκλήρωση της έρευνάς μας πολλά πράγματα έμειναν χαραγμένα στη μνήμη μας. Πληροφορηθήκαμε, διαπιστώσαμε τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων που αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν είτε αυτοί ήταν μικρασιάτες πρόσφυγες είτε είναι σημερινοί μετανάστες. Σε μερικές φάσεις των συνεντεύξεων που πήραμε δεν έλειψε η συγκίνηση και σε άλλες το γέλιο ακούγοντας τα διάφορα τεχνάσματα που σκαρφίζονταν, για να γλιτώσουν από την μανία των Τούρκων( μεταμφιέζονταν, κρύβονταν στους τάφους, έκρυβαν τα χρυσαφικά τους στο στόμα και άλλα).

Μέσα από όλα αυτά που ακούσαμε πήραμε θάρρος , εμείς η νέα γενιά, γιατί μάθαμε πως δεν πρέπει να τα παρατάμε συναντώντας την πρώτη δυσκολία αλλά πρέπει να αγωνιζόμαστε. Νιώσαμε θαυμασμό για τους πρόσφυγες που καταπονήθηκαν ψυχικά και σωματικά αλλά άντεξαν και κέρδισαν αξιοπρεπώς τα δικαιώματα για μια καλύτερη ζωή. Μερικές φορές νιώσαμε αισθήματα οργής και αγανάκτησης προς το ελληνικό κράτος για την ολιγωρία που έδειξε στα προβλήματα των προσφύγων. Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να δημιουργηθούν οι πρώτοι προσφυγικοί οικισμοί στην Ευγένεια, στην Αμφιάλη, στην Ανάσταση. Επιπλέον διαπιστώσαμε ότι τα λεγόμενα των προσφύγων και τα βιβλία που μελετήσαμε και που αφορούσαν στη μέριμνα του κράτους για την αποκατάστασή τους βαδίζουν σε παράλληλους δρόμους, αφού η μια πλευρά κατηγορεί το κράτος για τη μη παροχή βοήθειας ενώ η άλλη πλευρά επιδοκιμάζει τις ενέργειες του κρατικού μηχανισμού.

Η αλήθεια πρέπει να είναι κάπου στη μέση. Το ελληνικό κράτος έκανε μεγάλες προσπάθειες αλλά ήταν αδύνατο να αποκαταστήσει άμεσα και αποτελεσματικά ένα τόσο μεγάλο αριθμό προσφύγων. Αρχικά δεσμεύτηκαν ιδρύματα, οικίες και ευρύχωρα σπίτια στα οποία επιβάλλεται η συγκατοίκηση των ιδιοκτητών με τους ξεριζωμένους με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί δυσαρέσκεια. Το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων( λειτούργησε από το1922 ως το 1925) κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες κατασκευάζοντας σπίτια είτε ξύλινα, είτε λίθινα αλλά που δεν είχαν ούτε νερό, ούτε ρεύμα, ούτε αποχέτευση και που δεν ήταν αρκετά για την ολική στέγαση των προσφύγων πολλοί από τους οποίους έμεναν όπου έβρισκαν: σε δρόμους , πλατείες, κοίτες ποταμών και αλλού. Στη συνέχεια ανέλαβε η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων( 1923 έως το 1930) η οποία πρόσφερε έργο αλλά η οικονομική στενότητα δεν επέτρεπε την ανέγερση ευρύχωρων οικημάτων( 36 τμ η κάθε οικογένεια), ήταν πρόχειρα κατασκευασμένα και οι οικισμοί ασφυκτικά πυκνοκατοικημένοι με αποτέλεσμα τα προβλήματα να παραμένουν, μέχρι την οριστική λύση τους με το πέρασμα των χρόνων, και έτσι πολλοί πρόσφυγες να είναι δυσαρεστημένοι.

Εμείς το μόνο που έχουμε να πούμε είναι ότι είμαστε χαρούμενοι που μας δόθηκε η ευκαιρία να πάρουμε μέρος σε αυτή την εργασία και να μην υπάρξει ποτέ ξανά προσφυγιά.

(Σχέδιο τριώροφης πολυκατοικίας σύμφωνα με την προτεινόμενη ανάπλαση του προσφυγικού οικισμού στα Ταμπούρια από τον σύλλογο «Πρόοδος»). Ζωγραφική αποτύπωση από την Κηπιώτου Θεοδώρα .

(Προτεινόμενη διαμόρφωση εσωτερικού χώρου σύμφωνα με τις προτάσεις του συλλόγου. Από την εφημερίδα «Παρατηρητής»)

Συνεντεύξεις

Η συνάντηση έγινε στις 23-01-2004 στο σύλλογο των προσφύγων η «Πρόοδος» που ο κύριος Κανελλόπουλος είναι πρόεδρος.

« Από το 1922 ήρθανε οι πρόσφυγες στον Πειραιά, άλλοι στη Θεσσαλονίκη. Εδώ στην Αθήνα κάνανε παράγκες, εδώ στην περιοχή του Κερατσινίου, δίπλα στο νεκροταφείο της Αναστάσεως και στον ʼγιο Παντελεήμονα από το 1965-9. Σε κάθε παράγκα ζούσε μια οικογένεια με δύο ή τρία παιδιά. Μετά τις παράγκες, ύστερα από αρκετά χρόνια έγιναν τα διώροφα σπίτια της Αναστάσεως. Είχανε μια κουζίνα, μια παράγκα και την τουαλέτα. Μετά τις παράγκες ο τότε Δήμος Πειραιά έγραφε τα ονόματα των προσφύγων και τους έλεγε να πάνε στο τάδε διώροφο. Τα διώροφα προσφυγικά της Ανάστασης δεν επαρκούσαν για όλους τους πρόσφυγες. Το 1949 ήρθε ο βασιλεύς Παύλος με τη Φρειδερίκη και μας έδωσαν αυτά τα σπίτια των Ταμπουρίων στα οποία είμαι πρόεδρος .Το 1949 δημιουργήθηκε ο σύλλογος και μετά κλείσανε το σύλλογο. Ύστερα από ορισμένα χρόνια το 1991 0 σύλλογος δε λειτουργούσε. Οι κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν, γιατί θέλανε να τα χαλάσουνε τα σπίτια και να μας δώσουν 50-60 τμ για να τα κάνουνε πενταόροφες- εξαώροφες πολυκατοικίες για να τους αποκαταστήσουνε. Δε δέχτηκε ο κόσμος, γιατί εμείς τα πήραμε αυτά για να μας κάνουν σπίτια ανθρώπινα. Δε δεχτήκαμε, κάναμε αγώνα πολεμήσαμε, επανιδρύσαμε το σύλλογο και εδώ και δέκα χρόνια αγωνιζόμαστε για να γίνουν σπίτια της προκοπής. Μας είχαν πάρει και τις πρασιές μας( τα κηπάκια μπροστά στα σπίτια) 4000τμ Τα έκανε ιδιοκτησία το κράτος προς το Δήμο. Και γι αυτό μας χρησιμοποιούσανε όπως θέλανε, να μας γελάσουνε και να μας δώσουνε σπίτια με λίγα τετραγωνικά. Μέχρι σήμερα αγωνιζόμαστε για να πάρουμε τις πρασιές μας. Είναι ιδιοκτησία μας, τα κατέχουμε 50 χρόνια. Στείλαμε ένα έγγραφο στον κύριο Σαράφογλου να γίνουν οι πρασιές δικές μας. Τους έδωσα ένα σχέδιο που το είχα στείλει και παλαιότερα να φτιάξουμε τετραώροφο σπίτια 80 τμ, να περισσέψει και άλλη μια πλατεία απ ΄ό,τι υπάρχει, να γίνει πιο μεγάλη πλατεία. Πιστεύω ο κύριος Δήμαρχος να φροντίσει να συμφωνήσει μαζί μας και με τους κατοίκους να δώσουμε ένα καλό τέλος και να μείνουμε όλοι ευχαριστημένοι.

Εγώ είμαι πρόσφυγας. Όταν ήμουνα παιδάκι, μας πήρανε ένα βράδυ από το σπίτι εμένα, τη μητέρα μου και την αδελφή μου. Ο δε πατέρας μου τον είχανε…(δυσνόητη λέξη) στη Τουρκία στον πόλεμο και από τότε τον χάσαμε και δεν τον έχουμε βρει. Μας πήγανε σε ένα μέρος για να μας κόψουνε τα κεφάλια, γιατί ήταν εντολή του Κεμάλ του Τούρκου. Αλλά ο μακαρίτης ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήρθανε σε διαπραγματεύσεις με τον Κεμάλ. Την τελευταία στιγμή τη γλιτώσαμε και επιστρέψαμε στα σπίτια μας. Ύστερα απ΄ αυτό ήρθε διαταγή να διώξουνε τους Έλληνες να πάνε στην Ελλάδα( ανταλλαγή πληθυσμών). Μας πήρανε από τα σπίτια μας όπως ήμασταν ό,τι είχαμε και ότ,ι φοράγαμε και μας βάλανε στο καράβι μέσα Με το καράβι άλλοι πήγανε Θεσσαλονίκη, άλλοι Καβάλα. Η οικογένεια, εμείς ήρθαμε στο Κερατσίνι. Μας πήρε ένας καλός χριστιανός. Επτά μήνες κοιμόμασταν κάτω με κουβέρτες και βοηθούσαμε λίγο τον κύριο που μας βοήθησε. Σιγά σιγά τα καταφέραμε και μας στείλανε στις παράγκες».

Συνέντευξη απ΄ τον κ. Σαρανταένα

- Με ποια μέσα κατέφθασαν οι πρόσφυγες του 1922 από τα παράλια της Μ. Ασίας στο λιμάνι του Πειραιά και πώς διάλεξαν να εγκατασταθούν στην περιοχή του Κερατσινίου;

Οι πρόσφυγες από τη Σμύρνη το 1922 κατέφθασαν στον Πειραιά και στις γύρω παραθαλάσσιες περιοχές με κάθε μέσον .Βέβαια με κάποια πλοία στοιβαγμένοι σαν τσαμπιά σταφύλια πάνω στα καράβια τους έφεραν τους ανθρώπους και τους πέταξαν στο λιμάνι του Πειραιά και στα παράλια. Την περιοχή δεν την διάλεξαν απλώς τους έριξαν εκεί για να φτιάξουν την τύχη τους.

- Πώς προετοιμάστηκε η ελληνική κυβέρνηση για την υποδοχή τους;

Θα μπορούσα να πω ότι δεν υπήρξε καν υποδοχή απλώς τους έφεραν τους ανθρώπους και τους πέταξαν εκεί. Οι δε κυβερνήσεις όλες έδειξαν αδιαφορία ή πολύ ελάχιστο ενδιαφέρον δίνοντάς τους κάποια ξύλα , κάποιες σανίδες να πάνε όπου βρούνε να φτιάξουν μια παράγκα για να ζήσουν.

- Ποιες δυσκολίες αντιμετώπιζαν οι πρόσφυγες;

Οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν ήταν πάρα πολύ μεγάλες. Βρισκόντουσαν σε τραγική κατάσταση αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι είχαν μεγαλώσει με όλα τα καλά ξαφνικά βρέθηκαν να είναι άστεγοι , άνεργοι, άποροι καθετί που είχαν απαραίτητο για τη ζωή το στερούνταν. Αλλά οι άνθρωποι αυτοί οι οποίοι μαζί με τη φτώχεια και το διωγμό τους έφεραν και ένα κομμάτι από την παλιά τους ζωή, με ασήμαντα μέσα δημιούργησαν ένα τρόπο ζωής που να μπορούν να ξεκινήσουν την καινούργια τους ζωή φτιάχνοντας τις παράγκες τους και δουλεύοντας είτε στο λιμάνι σαν αχθοφόροι είτε σε διάφορες οικοδομές για να μπορέσουν να επιβιώσουν και να ζήσουν .

-  Οι συνθήκες που έζησαν;

Τα επόμενα χρόνια κάθε μέρα που περνούσε λόγω της δημιουργικότητας τους και της κουλτούρας που έπαιρναν από την Ιωνία και την Κωνσταντινούπολη φρόντιζαν καθημερινά να βελτιώνουν τη ζωή τους, έτσι ώστε σε μια- δυο δεκαετίες κατάφεραν να γίνουν…(δυσνόητη λέξη) αλλά οπωσδήποτε αυτάρκεις για να αντιμετωπίσουν την καθημερινότητα της ζωής.

- Πώς αφομοιώθηκαν με τον τοπικό πληθυσμό;

Καταρχήν, το Κερατσίνι για το οποίο κουβεντιάζουμε την εποχή εκείνη ο πληθυσμός σε σχέση με την προσφυγιά ήταν 5%. Από τους 100 Κερατσινιώτες οι 95 ήταν πρόσφυγες. Συνεπώς δεν υπήρχε περίπτωση να αφομοιωθούν στους πέντε οι εκατό αλλά εκείνοι αφομοιώθηκαν στης προσφυγιάς το 95% και δημιούργησαν μια πόλη με πολλές στερήσεις και πολλές ελλείψεις αλλά μια πόλη η οποία ανέπτυξε πολιτισμό τον οποίο στη συνέχεια το Κερατσίνι τον βρήκε αυτόν τον πολιτισμό μπροστά του.

-  Διατήρησαν τις ρίζες τους; Πώς προσάρμοσαν τα έθιμά τους και τις παραδόσεις τους στα ήθη και τα έθιμα του τόπου;

Καταρχήν, αυτοί που ήταν εκεί πέρα ήταν Έλληνες. Αυτοί ζούσαν με την Ελλάδα και το μεγαλείο της. Όταν ήρθαν εδώ δεν υπήρχε καμιά ανάγκη προσαρμογής. Ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι όπως και εμείς εδώ πέρα. Απλώς λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών που έγινε ύστερα από την καταστροφή της Σμύρνης. Ήταν αυτούσιοι, καθαρόαιμοι Έλληνες και συνεπώς δεν υπήρχε ανάγκη προσαρμογής.

- Πώς ζουν οι πρόσφυγες στη σημερινή εποχή;

Καταρχήν, πλέον υπάρχει μια θετική αφομοίωση. Έχουν συμπράξει αποφασιστικά στην πορεία αυτής της ζωής και έχουν γίνει οργανικά μέλη αυτής της κοινωνίας, αυτής της εθνικής υπόστασης. Είναι γνήσιοι Έλληνες και μάλιστα σε πολλά πράγματα πρωτοπόροι.

-  Οι κατοικίες πώς ήταν και πώς είναι τώρα;

Καταρχήν, όταν ήρθαν στήσανε τις παράγκες τους σε κάθε γωνιά , ακόμα και στον τοίχο της Ανάστασης υπήρχαν κατά μήκος παράγκες. Εκεί που είναι το Δημαρχείο και ο ʼγιος Παντελεήμονας ήταν παράγκες, ακόμη και απέναντι από το σχολείο σας ήταν όλο παράγκες και σε αυτές έζησαν οι άνθρωποι από το 1922 ως το 1940 που κηρύχτηκε ο πόλεμος. Έγιναν βομβαρδισμοί, έζησαν σε αυτές τις παράγκες. Βέβαια το κράτος, ύστερα από κινητοποιήσεις και τους αγώνες των προσφύγων, των ηρώων όπως λέω εγώ, και με την είσπραξη της ανταλλάξιμης περιουσίας, γιατί, όταν τελικά έφυγαν από εκεί πήραν οι Τούρκοι τα υπάρχοντά τους έγινε μια συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων Ελλάδας- Τουρκίας να αποζημιωθούν αυτοί που άφησαν τα καλά τους εκεί και με βάση την ανταλλάξιμη περιουσία αυτή χτίστηκαν κάποια σπίτια για την αποκατάσταση την προσφύγων. Τέτοια υπάρχουν ακόμη και στην περιοχή των Ταμπουρίων απέναντι από το Δημαρχείο, από το σχολείο σας που είναι τα προσφυγικά στου Καραχμάνογλου. Υπάρχουν προσφυγικά σπίτια ακόμη στην Αμφιάλη, τα περίφημα πέτρινα κατά μήκος της οδού Τσαλδάρη. Αυτά όμως δεν ήταν αρκετά για να καλύψουν το μεγάλο όγκο των προσφύγων. Ωστόσο όμως οι πρόσφυγες δημιούργησαν δικές τους περιουσίες, δικά τους σπίτια και αποκαταστάθηκαν δεδομένου ότι αποτελούσαν πολύ δημιουργικό κομμάτι του Ελληνισμού.

-  Υπάρχουν εργαζόμενοι στις Δημοτικές αρχές που καταλαμβάνουν υψηλές θέσεις εργασίας και προέρχονται από οικογένειες προσφύγων;

Βεβαίως και υπάρχουν. Και πρέπει να σας πω για το Κερατσίνι, εκείνοι οι οποίοι στελέχωσαν το Δήμο που δημιούργησαν πολιτισμό, ψυχαγωγία, εκδηλώσεις γενικά. Ανέπτυξαν δραστηριότητα καλλιτεχνική, πνευματική κ.α ήταν οι πρόσφυγες. Και το Κερατσίνι έχει να επιδείξει πάρα πολλά και εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα να σας πω ότι αυτός που σας μιλάει είναι παιδί της προσφυγιάς. Είμαι πρόσφυγας. Μεγάλωσα στην παράγκα, έζησα 70 χρόνια στο Κερατσίνι, διετέλεσα 25 χρόνια πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου. Είμαι 40 χρόνια εκλεκτός του λαού και είμαι παιδί της προσφυγιάς και νιώθω υπερηφάνεια γι ΄αυτό το πράγμα.

-  Ποιες προτάσεις υπάρχουν από το Δημοτικό Συμβούλιο για την ανάπλαση των προσφυγικών οικισμών της περιοχής μας;

Το Δημοτικό Συμβούλιο την περίοδο που εγώ φοίτησα σαν πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου με τον δήμαρχο Σαράφογλου…(δυσνόητη λέξη)να δημιουργήσουν μια ανάπλαση υψηλού επιπέδου. Βέβαια η Δημοτική Αρχή δε μπόρεσε να πείσει τους πρόσφυγες ότι το συμφέρον τους είναι να δεχτούν την ανάπλαση. Δημιουργήθηκε μια κόντρα ανάμεσα στην Δημοτική Αρχή και κάποιους πρόσφυγες. Οι περισσότεροι δεχόντουσαν άλλοι όχι και τελικά έμεινε έτσι. Αυτή τη στιγμή η μελέτη υπάρχει για την περιοχή της Ανάστασης και η απόφαση της παρούσας Δημοτικής Αρχής θα προχωρήσει.

-  Τα συναισθήματα για την πόλη μας;

Εγώ τα μάτια μου τα άνοιξα στο Κερατσίνι. Όλα μου τα χρόνια τα έζησα στο Κερατσίνι με την προσφυγιά. Ένιωσα τη δυστυχία, την πείνα, τους βομβαρδισμούς, την Κατοχή, την Εθνική Αντίσταση. Όταν βρεθώ εκτός Κερατσινίου, είμαι σαν ένα ψάρι που είναι έξω από τα νερά του. Όταν είμαι στο εξωτερικό, αισθάνομαι έντονα πως πρέπει να γυρίσω στην Ελλάδα. Νιώθω απίθανα, όμορφα σε αυτή τη χώρα που εγώ θεωρώ την πιο όμορφη χώρα του πλανήτη. Όταν είμαι στο εξωτερικό αισθάνομαι την ανάγκη να γυρίσω στην Ελλάδα και όταν γυρίζω στην Ελλάδα αισθάνομαι την ανάγκη με ταχύτητα να επιστρέψω στο Κερατσίνι. Τότε αναπνέω, αισθάνομαι ότι είμαι στα νερά μου μέσα. Γι αυτό ότ,ι είχα να δώσω στη ζωή μου θετικό το έδωσα για το καλό αυτής της πόλης και γι αυτόν τον τόπο, αυτού του λαού και σαν μεγάλος άνθρωπος σας λέω πως αυτό μου θερμαίνει την ψυχούλα μου και είμαι περήφανος γι΄ αυτό.

(Γεωργάκη Αικατερίνη, Δαληβίγκα Μαρούσα, Κηπιώτου Θεοδώρα, Κόντογλου Ελένη, Κουραντζής Γεώργιος)

Αναζητήσαμε μέσα από τα ανθολόγια του Γυμνασίου και του Λυκείου λογοτεχνικά κείμενα που μπορεί να έχουν ως θέμα τους την προσφυγιά στο χθες και το σήμερα Μέσα από τα λογοτεχνικά κείμενα που ακολουθούν μπορέσαμε να βιώσουμε όλη αυτή την κατάσταση των διωγμών, του ξεριζωμού και της προσφυγιάς.

Εν ταις ημέραις εκείναις: Απόσπασμα από τις «μαρτυρίες» του Γιώργου Ιωάννου που αναφέρεται στο διωγμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης την ʼνοιξη του 1943.

Η συμφορά της ʼττας: Απόσπασμα από το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος «Ακριτική γενιά» του Χρήστου Σαμουηλίδη που έχει τον τίτλο «Ο δεύτερος κύκλος της κόλασης» όπου εξιστορούνται οι φοβεροί διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου στις αρχές του 20ου αιώνα και η ηρωική αντίσταση που πρόβαλε ο Ελληνισμός της περιοχής.

Σαν τα χελιδόνια λέλε μου: Διήγημα του Σωτήρη Δημητρίου που αναφέρεται στη φιλοξενία από Έλληνες μικρών Σέρβων που έχουν δοκιμαστεί τα τελευταία χρόνια από τις σκληρές εμπειρίες του πολέμου και της προσφυγιάς.

Μαριάνθη Μπαλαμπάνη: Ποίημα του Νίκου Πάζαρη που αναφέρεται σε εικόνες και μνήμες της παιδικής του ηλικίας κοντά στη μητέρα του που ήταν προσφυγικής καταγωγής.

Το χωριό Μουριά: Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Στρατή Μυριβήλη « Η Παναγιά η Γοργόνα». Η υπόθεσή του ξετυλίγεται σε ένα ψαροχώρι της Λέσβου, τη Μουριά, όπου βρήκαν καταφύγιο ξεριζωμένοι Έλληνες από τα μικρασιατικά παράλια.

Ένα πρόσχαρο χωριό: Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Τέρμα « του Κοσμά Πολίτη που υπήρξε πρόσφυγας το 1922 και η υπόθεσή του τοποθετείται γύρω στο 1908 στη Σμύρνη, όπου ο συγγραφέας έζησε τα παιδικά του χρόνια γι ΄αυτό και είναι γεμάτο με αναμνήσεις από την πόλη του.

Η εκδρομή: Απόσπασμα από το μυθιστόρημα « Στου Χατζηφράγκου- τα σαραντάχρονα μια χαμένης πολιτείας» του ίδιου συγγραφέα που αναφέρεται στον ελληνισμό της Μικρασίας, στις ευτυχισμένες στιγμές του και στην τραγική καταστροφή του 1922.

Ο κυνηγός με τα κίτρινα άστρα: Από το μυθιστόρημα «Αιολική γη» του Ηλία Βενέζη που καταγόταν από το Αϊβαλί. Ήρωες του είναι κυρίως παιδιά που δέχονται τις πρώτες συγκινήσεις της ζωής αλλά και τα πρώτα μηνύματα της σκληρής μοίρας από τον πρώτο διωγμό των Ελλήνων κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου(1914).

Το σπίτι μου: Από τα «Ματωμένα χώματα» της Διδώς Σωτηρίου που καταγόταν από το Αϊδίνι . Μέσα στο έργο της παρακολουθούμε τις περιπέτειες των Ελλήνων της Μικράς Ασίας που αρχίζουν το 1914 και κορυφώνονται με την καταστροφή του 1922και τον ξεριζωμό.

Τα μπουγάζια τ΄Αϊβαλιού: Αφήγημα του μικρασιάτη συγγραφέα Φώτη Κόντογλου ο οποίος εκφράζει τη νοσταλγία του για την «χαμένη» του πατρίδα τις Κυδωνίες ή Αϊβαλί.

Ταξί για την Αμμόχωστο: Το διήγημα του Κύπριου συγγραφέα Γιώργου Φιλίππου παρουσιάζει το δράμα μιας ξεριζωμένης γυναίκας που έχει χάσει τα λογικά της και μάταια αναζητά ταξί που να την μεταφέρει στην τουρκοκρατούμενη Αμμόχωστο.

Αυτά είναι μερικά από τα πολλά λογοτεχνικά κείμενα που έχουν ως θέμα τους την προσφυγιά και τις αναμνήσεις των αλησμόνητων πατρίδων. Διαπιστώσαμε ότι οι διωγμοί και ο ξεριζωμός δεν είναι κάτι που συνέβη μόνο στους Έλληνες αλλά και άλλοι άνθρωποι έχουν υποφέρει και υποφέρουν ακόμη και σήμερα από παρόμοιες καταστάσεις.

Μέσα από την εργασία αυτή βγήκαμε ωφελημένες, γιατί ξαναζωντάνεψαν οι ευτυχισμένες στιγμές των αδελφών μας στην Μικρά Ασία αλλά και οι φοβερές εκείνες ώρες που έζησαν, όταν χιλιάδες σκοτώθηκαν και χιλιάδες άλλοι πήραν το δρόμο της φυγής. Νιώθουμε από τη μια θλίψη και οργή για όλα όσα συνέβησαν την περίοδο εκείνη και από την άλλη χαρά και ικανοποίηση γι΄ αυτούς που σώθηκαν και γύρισαν στην πατρίδα μας και κατάφεραν να μεταδώσουν και σε μας το αγωνιστικό τους πνεύμα.. Μας μετέφεραν στοιχεία του πολιτισμού που είχαν δημιουργήσει και αναδείχτηκαν σε σπουδαίους Έλληνες.

(Αλή Σερπήλ, Αρφαρά Σεβαστή, Γκιόκα Παναγιώτα, Διαμαντοπούλου Ευσταθία)

Πηγές:

·  Βίκα. Δ. Γκιζέλη.: Κοινωνικοί Μετασχηματισμοί και προέλευση της κοινωνικής κατοικίας στην Ελλάδα(1920-1930)

·  Διδώ Σωτηρίου.: «Μέσα στις φλόγες». εκδ Κέδρος .

·  Επιτόπια έρευνα.

·  Εφημερίδα, «Παρατηρητής Κερατσινίου». Έτος 9ο,αριθμός φύλλου 109/110, Μάιος/ Ιούνιος 1995.

·  Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». ( ένθετο Ιστορικά . Τεύχη 46, 98, 149 και 200)

·  Κείμενα Νεοελληνικής λογοτεχνίας Γυμνασίου και Λυκείου, εκδ ΟΕΔΒ.

·  Κουτελάκη, Χ., Λεύκωμα Δήμου Κερατσινίου, Αθήνα 1994.

·  Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία Γ΄ Γυμνασίου και Λυκείου, εκδ ΟΕΔΒ

·  «Παλιοίκαι νέοι πρόσφυγες». Ντοκιμαντέρ της Καλλιόπης Λεγάκη και Μιρέλας Γεντέκου.

· Συνεντεύξεις από τους κυρίους: Κανελλόπουλο Θωμά, πρόεδρο του συλλόγου «Πρόοδος», Σαρανταένα Επαμεινώνδα, πρώην πρόεδρο του Δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Κερατσινίου, Καλαϊτζή Ευστράτιο και τις κυρίες: Εμμανουηλίδου Σεβαστή, Προδρόμου Μαρία και Ιωαννίδου Σεβαστή.

·  Τσουτάκος, Π. , Ιστορία του Κερατσινίου, Αθήνα 1986.

·  Φωτογραφίες( Κουραντζής Γεώργιος-Γ1)

« Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλα τα παιδιά του Γ1 τμήματος του σχολείου μας για τη φιλοτιμία τους ,τη συνεργασία τους και την αποτελεσματικότητά τους και να τους ευχηθώ να δείχνουν πάντα το ίδιο ενδιαφέρον και την ίδια ευαισθησία σε όλα τα θέματα που έχουν ως κέντρο τον άνθρωπο».

(Παλιαρούτης Κων/ νος)


RSS 2.0 [?]

Espace privé

Site réalisé avec SPIP
Template GPL Lebanon 1.9